" H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες."
Άρθρο 16, παράγραφος 2 του Ελληνικού Συντάγματος

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Το Εθνικό φρόνημα και το Χριστιανικό ήθος των ηρωομαρτύρων του Απελευθερωτικού μας αγώνα 1955 - 1959


«Ους νυν υμείς ζηλώσαντες καί τό εύδαιμον τό ελεύθερον το δέ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μή περιοράσθε τούς πολεμικούς κινδύνους.» (Θουκιδίδης: Κεφ. Β΄ 43)

Η εποποιία του απελευθερωτικού μας αγώνα αποτελεί μία από τις ωραιότερες και ενδοξότερες σελίδες της τρισχιλιετούς ιστορίας, του μαρτυρικού αλλά αδάμαστου στις συμφορές λαού μας. Το θαυμαστό αυτό έπος γράφτηκε από την αγνή και άδολη νεότητά, που γαλουχήθηκε με τα νάματα των αθάνατων ιδανικών της πατρίδας και της θρησκείας. Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα των νέων διαμορφώνονται με τη σωστή αγωγή και την ευεργετική περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα, με την δημιουργία «καλών και αγαθών νέων» πρόθυμων να αγωνιστούν για την ευδαιμονία του συνόλου, εμπνεόμενοι από υψηλά ιδανικά προσφοράς και θυσίας. Και το αγαστό τούτο γεγονός ευδόκησε η Θεία Πρόνοια να επιτευχθεί και να καρποφορήσει στην Κύπρο μας την ιστορική δεκαετία του 1950.
Οικογένεια, Παιδεία και Εκκλησία εργάστηκαν αρμονικά για τη δημιουργία του θαύματος.
Η ιδέα της ελευθερίας δονούσε τις ψυχές των νέων της μικρής μας πατρίδας και το νόημα της καλλιεργήθηκε και εμπεδώθηκε από την ελληνική παιδεία και την Εθναρχούσα Εκκλησία. «Σαν τη σπίθα κρυμμένη στη στάχτη», η ελευθερία αναπήδησε και ανέθαλε και φλόγισε τις ψυχές και μετέβαλε σε επαναστατική πράξη τους πόθους και τα οράματα αιώνων.
Την 1η Απριλίου 1955, όταν αντήχησε θριαμβευτικά ο παιάνας: «ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούται πατρίδα» η Ελληνική νεολαία της Κύπρου ήταν έτοιμη από καιρό, με την εθνική αγωγή και τη χριστιανική ηθική καλλιέργεια, που πήρε από την οικογένεια, το σχολείο και την Εκκλησία να ανταποκριθεί χωρίς δισταγμό στο κάλεσμα της Ιστορίας.
Νέοι από 17 μέχρι 30 ετών, αμούστακα παλικάρια, μαθητές, απόφοιτοι δημοτικών και γυμνασίων, αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν στον βωμό της ελευθερίας για τη γλυκόπικρη πατρίδα, αφού έγιναν «πολλώ κάρρονες» πατέρων και προπατέρων, που έζησαν και πέθαναν με το όνειρο απραγματοποίητο της ιμερτής Λευτεριάς.
Περιφρονώντας τον θάνατο, αψηφώντας την υλική υπεροχή και την ωμή βία του κατακτητή επέδειξαν ότι η ψυχή και τα πνεύμα είναι ανώτερα του ξίφους και της ύλης.
Με τον όρκο στην Αγία Τριάδα ενίσχυσαν και εδέσμευσαν την αθάνατη ψυχή τους.
Στις πόλεις και στα χωριά, στις πεδιάδες και στα βουνά γράφτηκαν σελίδες δόξας από ένα μικρό λαό, που τίμησε τον πανάρχαιο και κλασικό ελληνικό πολιτισμό του και δόξασε την ανθρώπινη τιμή και εθνική αξιοπρέπεια.

Θαυμαστός ο αριθμός των ιερομαρτύρων του επικού μας αγώνα. Μικρός αριθμητικά ο λαός μας. Μέγιστος όμως σε ηρωϊκό μεγαλείο.
Ποιων αθάνατων νέων μας μπορούμε να περιγράψουμε επάξια τη θυσία και την αρετή! «Επλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος» περί Γρηγόρη Αυξεντίου, Κυριάκου Μάτση, περί των ηρώων και μαρτύρων της φριχτής αγχόνης και άλλων πολλών, που λίπαναν το έδαφος της κυπριακής γης! Όλοι ανεξαιρέτως τίμησαν και δόξασαν την πατρίδα, όντας συνεχιστές μίας ένδοξης ελληνικής και θρησκευτικής πορείας μέσα στην Ιστορία επιτελώντας «έργα μεγάλα και θαυμαστά».
Τιμώντας όλους τους ήρωές μας αντιπροσωπευτικά αναφέρουμε τη θυσία των τραγικών μαρτύρων της αγχόνης, γιατί αυτοί κατέλιπαν κειμήλια ιερά, γραπτά μνημεία, που μ' αυτά εκφράζονται τα ακατάλυτα ιδανικά της Πίστης και της Πατρίδας, που δονούσαν τις ψυχές και έπαλλαν τις καρδιές των αγνών νέων της ηρωικής εκείνης εποχής. Η ατρόμητη στάση απέναντι στον θάνατο, η πίστη στον Θεό και η αγάπη για την ελευθερία, η δύναμη του πνεύματος απέναντι στην ύλη καταξίωσαν τη ζωή τους και τους ανέδειξαν σύμβολα αρετής για τους μεταγενέστερους.
Πρώτος τον χορό της λεβεντιάς και του μαρτυρίου φέρνει ο Μιχαλάκης Καραολής. Τις τελευταίες σκέψεις και τα συναισθήματά του, που εκφράζουν το εθνικό φρόνημα και το χριστιανικό ήθος του, διατυπώνει, όπως και οι άλλοι εθνομάρτυρές μας, σε συγκινητικά γράμματα που στέλλει στους οικείους του: «αφού ο Θεός μου επεφύλαξε το πικρόν τούτον ποτήριον "ου μη πίω αυτό"; Γενηθήτω το θέλημα του Παντοδυνάμου».
Απαγχονίστηκε, «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος», την Πέμπτη, 10 Μαΐου 1956, σε ηλικία 22 ετών.
Την ίδια μέρα μαρτύρησε και ο αυτάδελφός του, ήρωας Ανδρέας Δημητρίου, στα 22 του χρόνια. Απλός απόφοιτος Δημοτικού κατάκτησε την αληθινή σοφία και βίωσε τη βαθιά πίστη, γιατί πίστεψε και υλοποίησε στην πράξη τα υψηλά ιδανικά της ελευθερίας. Στους άδικους κριτές του αποικιοκρατικού δικαστηρίου περήφανα είπε: «Λυπούμαι που δεν θα δω την Κύπρο μας ελεύθερη. 'Ομως δεν με φοβίζει ο θάνατος, γιατί η ζωή είναι περιττή μέσα στη σκλαβιά. Ζήτω η λευτεριά! Γεια σας».


Ο Ανδρέας Ζάκος παρηγορεί και ενισχύει από τη φυλακή συγγενείς και φίλους με γράμματα που εκφράζουν την πίστη στον Θεό, την αγάπη για την πατρίδα (είχε παθολογική αγάπη προς την Ελλάδα) και την αφοβία απέναντι στον θάνατο. Στον πατέρα του με σταθερή απόφαση γράφει: «Είμαστε χριστιανοί, πιστεύουμε στην Ουράνια Βασιλεία και δεν μας φοβίζει ο θάνατος». Οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 9 Αυγούστου 1956.
Την ίδια μέρα μαρτύρησε μαζί του και ο φίλος του στη ζωή και στον θάνατο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο οποίος στους γονείς του γράφει: «Τις ατέλειωτες ώρες μου τις περνώ διαβάζοντας θρησκευτικά βιβλία και τραγουδώντας εθνικά τραγούδια». Παρηγορεί το φίλο του με τις ακόλουθες βαθυστόχαστες σκέψεις: «Θα εγκαταλείψω το σαρκίο και θα αφήσω την ψυχή μου στα χέρια του Θεού, για να φτερουγίζει γύρω από τον ένδοξο θρόνο του και να ψάλει: Άγιος, Άγιος, Άγιος Σαβαώθ».
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 θα βαδίσουν προς την φρικτή αγχόνη ακόμη τρεις άσπιλοι νέοι μάρτυρες, ευαγείς, ως «οι τρεις εν τη καμίνω παίδες» άδοντες και ψάλλοντες. Ο Ανδρέας Παναγίδης, ο Μιχαήλ Κουτσόφτας και ο Στέλιος μαυρομάτης γράφουν το δικό τους αθάνατο έπος.
Ο Ανδρέας Παναγίδης γράφει τρυφερά και παιδαγωγικά στην οικογένειά του: «Εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γίνετε καλοί χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε πάντα τον δρόμο της αρετής». Ιδού αληθινές πατρικές νουθεσίες! Στους συγγενείς του γράφει: «Ο Χριστός μας γεμίζει την καρδιά με αληθινή χαρά. Παρακαλούμε τον Θεό να μας σώσει όχι το σώμα αλλά την ψυχή».
Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας με ακράδαντη πίστη στη Μητέρα του Θεού, τη Μητέρα όλων των Ελλήνων, αναφωνεί «Η Μητέρα του Θεού θα οδηγήσει τα βήματα του κυπριακού λαού προς τον δρόμο της ελευθερίας».
Ο Στέλιος Μαυρομάτης με γαλήνη ψυχής και εμπιστοσύνη στον Δίκαιο Θεό παρηγορεί τους γονείς και συγγενείς γράφοντας: «... στο σκοτεινό κελί της φυλακής περιμένω με υπομονή τον δήμιο... Αισθάνομαι τον εαυτό μου ισχυρόν και γαλήνιον, γιατί έχω τον Χριστό μέσα μου... Θέλω να είστε περήφανοι για την κοινήν ελευθερίαν». Μαρτύρησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 σε ηλικία 22 ετών.



Ο Ιάκωβος Πατάτσος διακρινόταν από μικρή ηλικία για το χριστιανικό του ήθος, το εθνικό φρόνημα, τη σεμνότητα του χαρακτήρα όντας παιδί του Κατηχητικού και μύστης παιδιόθεν των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών, ώστε να χαρακτηριστεί «Άγιος του Κυπριακού Αγώνα». Γράφει στη μητέρα του από το κελί της σκοτεινής φυλακής: «Την περασμένην Κυριακήν εξομολογήθηκα και εκεοινώνησα των Άχράντων Μυστηρίων. Το ίδιο έκαμε ο Ζάκος και ο Χαρίλαος... Τραγουδούμεν, ψάλλομεν, μελετούμεν την Αγίαν Γραφήν και διάφορα χριστιανικά βιβλία... Ο Πανάγαθος Θεός, που γνωρίζει τα βάθη της καρδιάς μας, μας ευλογεί και δίδει χάριν...». Βάδισε προς την αγχόνη στις 8 Αυγούστου 1956 σε ηλικία 22 ετών.
Τελευταίος τραγικός αλλά δοξασμένος ηρωομάρτυρας της Αγχόνης ήταν ο 17χρονος μαθητής, αγωνιστής Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο χαρισματικός ποιητής, ο εκφραστής και ενσαρκωτής των ευγενικών ιδεωδών του Κυπριακού Ελληνισμού. Στο δικαστήριο του αιμοσταγούς και αλαζόνα κυβερνήτη Τζων Χάρντινγκ αγέρωχα απαντά: «Ό,τι έκαμα, το έκαμα σαν Έλληνας Κύπριος που ζητά τη λευτεριά του. Εύχομαι να είμαι ο τελευταίος Κύπριος, που θ' αντικρύσει την αγχόνην. Ζήτω η Ένωσις της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα». Στο σεπτό πρόσωπό του καθώς και των άλλων μινυνθάδιων παιδιών της μαρτυρικής Κύπρου μας δικαιώνεται ο λόγος της Αγίας Γραφής:
«Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ζωή αυτού». Αιωνία αυτών η Μνήμη.
Αυτό ήταν το φρόνημα και το ήθος των ηρώων και μαρτύρων τότε του επικού αγώνα μας του πάγκαλου στεφάνου της δόξας της Κύπρου μας, που μαζί με τον Αυξεντίου, τον Μάτση, τους τέσσερις γενναίους του Αχυρώνα και τους αμέτρητους άλλους επώνυμους και ανώνυμους ήρωές μας στολίζουν την κόμη του πανάρχαιου και ιστορικού ελληνικού λαού μας.
Πίστεψαν ότι η πραγματική ευδαιμονία αποκτιέται με την ελευθερία, που κι αυτή κατακτιέται με την ευψυχία.
Η αγάπη για την πατρίδα, ας είναι κίνητρο για έργα προσφοράς και θυσίας. Η πίστη στον Παντοδύναμο και Δίκαιο Θεό, ας μας ενδυναμώνει τη θέληση και ας ενισχύει τη βεβαιότητα για το καλύτερο αύριον, όπως πίστεψαν και θυσιάστηκαν οι νέοι της δοξασμένης εκείνης γενιάς.
Ας προσβλέπουμε προς τα Φυλακισμένα Μνήματα, ως φάρο και πυξίδα της εθνικής μας πορείας, όπου νόμισε ο υβριστής νέος Ξέρξης, ότι φυλάκισε την Ψυχή (αν φυλακίζεται η ψυχή), την Ελευθερία, τη Δόξα και την Αρετή και ας ενωτισθούμε την Ουράνια μελωδία, που εκπέμπεται απ΄αυτά:

«Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά»!

Του Πρωτοπρεσβύτερου Κυριακού Ρήγα
Από το περιοδικό «Παράκληση» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Κύπρος
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Θα πρέπει να τονισθεί εδώ ότι σκοπός των αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α. ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου και η Ένωσή της με την Ελλάδα.

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

ΑΙΣΧΟΣ: Θέατρικό έργο που διασκεύασε για παιδιά Δημοτικού ο Λαζόπουλος, προσβάλει το σχήμα του ιερέα. Βίντεο ΣΟΚ.

Στο Ιστολόγιο Αντιπαρακμή διαβάσαμε την παρακάτω ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΗ είδηση
Επισυνάπτουμε και το βίντεο-ντοκουμέντο :

Δάσκαλοι που συνόδευαν στην θεατρική παράσταση τις τάξεις τους- μας έδωσαν βίντεο με  αποσπάσματα από το έργο "Ένα παιδί μετράει τ' άστρα" (διασκευή του βιβλίου του Μενέλαου Λουντέμη).


 (η Ιστοσελίδα του Κρατικού Θεάτρου Β.Ελλάδος)

Η θεατρική διασκευή έγινε από τον γνωστό "αντιρατσιστή" κ.Λάκη Λαζόπουλο  και πολύ θα θέλαμε να μας εξηγήσει που οφείλεται η τόση εμπάθεια που προβάλει μέσα από το έργο του στο πρόσωπο του ΙΕΡΕΑ.

Δείτε λοιπόν τι είδους παράσταση ετοίμασαν  για τα παιδιά μας (την παράσταση επισκέπτονται καθημερινά Δημοτικά σχολεία και Γυμνάσια, δείτε ενδεικτικά εδώ)

Το βίντεο ειλικρινά θα σας ΣΟΚΑΡΕΙ με την πλύση εγκεφάλου που κάνει στα παιδιά για τους ιερείς.

Με λύπη διαπιστώνουμε ότι χορηγός επικοινωνίας είναι η κρατική ΕΡΤ! (δείτε την επίσημη Ιστοσελίδα της:)

Το θέατρο παίζεται από την 1/11/2011, στη Μονή Λαζαριστών, από την νεανική σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.



Δείτε το βίντεο


Μήπως έφτασε η στιγμή να διαμαρτυρηθούμε γι αυτά που "ταϊζουν" τα παιδιά μας;;; 

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ: "ού περί χρημάτων των αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής"!

«Έκλεξε όσον ημπορής τον τρόπο του θανάτου σου, ένας ωραίος θάνατος είναι συνήθως η ευγενεστέρα πράξις της ζωής!»


19 Νοεμβρίου, ο κυπριακός Eλληνισμός τιμά ένα από τα πιο επίλεκτα παιδιά του. Τον Σταυραετό του Πενταδακτύλου, τον Κυριάκο Μάτση, που το ηρωικό του τέλος, το φθινοπωρινό εκείνο μεσημέρι του 1958, δεν ήταν τίποτε άλλο από το επιστέγασμα μιας λαμπρής αγωνιστικής πορείας. Ο θάνατός του στο κρησφύγετο του Δικώμου ήταν η φυσική κατάληξη ενός ιδεολόγου, οραματιστή και αγωνιστή, που μπήκε στο καμίνι των εθνικών αγώνων από τα μαθητικά θρανία.

Ο Κυριάκος Μάτσης είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο αξιοθαύμαστες φυσιογνωμίες του Εθνικο-απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο Μάτσης είχε το χάρισμα να συνδυάζει τον οραματισμό και τον πολιτικό ρεαλισμό με την αγωνιστική διάθεση. Τα στοιχεία αυτά είναι εκ των ων ουκ άνευ στην ανάδειξη των χαρισματικών ηγετών. Η όλη προσωπικότητα του Μάτση διαγράφεται μέσα από τα ίδια τα κείμενά του, πολύτιμη κληρονομιά κι αυτά όπως η θυσία του.

Φιλοσοφημένη προσωπικότητα

Γιος αγροτών από το Παλαιχώρι της Μόρφου, ο Κυριάκος Μάτσης γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1926 και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αμμοχώστου το 1945. Στα κοινά άρχισε να συμμετέχει από τα μαθητικά του χρόνια. Η συγκροτημένη και φιλοσοφημένη προσωπικότητά του αρχίζει να φαίνεται από τις πολιτικές του αντιλήψεις, που ακόμη και σήμερα είναι πολύτιμες παρακαταθήκες. Γράφει στο ημερολόγιό του το 1944:

«Να ’σαι τίμιος στις πολιτικές σου αντιλήψεις που πρέπει να πηγάζουν από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, που συνεπάγεται καλυτέρεψη της Πολιτείας, που σαν άμεση συνέπεια έχει την της πατρίδας μερικά και του κόσμου γενικά».

Στις 29.6.1945 στην καταληκτήρια τελετή της αποφοίτησης του ως εκπρόσωπος των αποφοίτων του Γυμνασίου Αμμοχώστου αναφέρει για την Ελλάδα και τον Ενωτικό πόθο όλων των Κυπρίων:
"Εμπρός λοιπόν, Ακρίτες των εθνικών μας επάλξεων. Ας της δώσουμε (αναφέρεται στην Ελλάδα) το κάθε τι. Και την ζωή μας ακόμα, γιατί αν πραγματικά μια φορά κανείς πεθαίνει, το να πεθάνει για την Ελλάδα Θεία είναι η δάφνη.
Μη ξεχνάτε ποτέ πως εμείς θα αποτελέσουμε τα αυριανά στελέχη του Ελληνικού Στράτου. Μη ξεχνάτε πως σήμερα η Ελλάδα δεν είναι τίποτε άλλο παρα νεκροθήκη ημιθέων, όπως την απεκάλεσε κάποτε ο Βύρων. Μη ξεχνάτε πως είμαστε Έλληνες.
Και σαν τέτοιοι θα σταθούμε στο ύψος της Ιστορίας μας περήφανοι και αξιοπρεπείς. Ας σταθούμε περήφανοι κι εμείς οι υπόδουλου Κύπριοι γιατί έχουμε αναφαίρετο το δικαίωμα αυτό. Και εμείς πολεμήσαμε πλάι στους άλλους Έλληνες. Χαρήκαμε μαζί τους τις χαρές, κλάψαμε μαζί τους στες συμφορές.
Το αίμα μας χύθηκε με το άλλο Ελληνικό αίμα, για να ποτίσει το πλατύφυλλο δένδρο της λευτεριάς, το δένδρο που στοιχειώνει και θεριεύει και μεγαλώνει, έτοιμο να απλώσει την ευεργετική του σκιά και στη μικρή μας πατρίδα.
Όπως δε όλα τα σκλαβωμένα ελληνικά μέρη έτσι και μεις θα βροντοφωνάξουμε το «άνοιξε μάνα μας γλυκιά, την άφθαρτη αγκαλιά σου κι αγκάλιασε μας τα φτωχά τα μαύρα τα παιδία σου» και με λαχτάρα θα καρτερούμε την ώρα του τέλους της πολύπλαγκτης Οδύσσειάς μας»".


Και τα λόγια του αυτά στάθηκαν ιδιαίτερα προφητικά για τη γενιά του αλλά και για το μέλλον της Ελληνικής Κύπρου. Ο ίδιος όπως και πολλοί συναγωνιστές του, ο φίλος του Γρηγόρης Αυξεντίου τίμησαν τα λόγια αυτά, τίμησαν το προαιώνιο αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με τη μάνα Ελλάδα.

Δεν ήταν μόνο πολιτικά ώριμος ο μαθητής Κυριάκος. Έτρεφε ταυτόχρονα και μια απέραντη αγάπη για τον άνθρωπο. Προτού φθάσει την ηλικία των 18, ο νεαρός απόφοιτος του Γυμνασίου Αμμοχώστου σημειώνει στο ημερολόγιό του στις 13 Ιανουαρίου 1944, έξι ολόκληρα χρόνια πριν από την έγκριση από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών της «Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου»:

«Ιδού τα δικαιώματα του ανθρώπου: 1. Το δικαίωμα της ζωής. Οι άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους μα μπροστά στο νόμο είναι ίσοι. 2. Η προστασία των ανηλίκων. 3. Το καθήκον και η ελευθερία. 4. Το δικαίωμα του να κερδίζεις χρήματα. 5. Το δικαίωμα της περιουσίας. 6. Η ελευθερία της κυκλοφορίας. 7. Το δικαίωμα της εκπαίδευσης. 8. Ελευθερία σκέψεως και λόγου. 9. Ατομική ελευθερία. 10. Προστασία κατά της βίας».

Όπως φαίνεται και στην ομιλία του της 28ης Οκτωβρίου 1944, η λατρεία του για την Ελλάδα είναι τόσο μεγάλη ώστε οραματίζεται την Τρίτη μεγάλη προσφορά της Ελλάδος στην ανθρωπότητα. Μιλά για τον τρίτο Ελληνικό πολιτισμό, μετά την κλασσική αρχαιότητα και το Βυζάντιο.

Στις 12 Οκτωβρίου 1946 ο Μάτσης φεύγει από την Κύπρο, όπου με υποτροφία της Κυπριακής Αγροτικής Εταιρείας θα σπουδάσει γεωπόνος στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ήταν γόνος αγροτικής οικογένειας, που μοχθούσε και πότιζε καθημερινά με τον ιδρώτα της τη γη της Πιτσιλιάς. Γι’ αυτό ο Μάτσης αγάπησε τη γη και ήθελε να είναι αφέντες της αυτοί που τη δούλευαν. Γράφει σε φίλο του το 1958:

«Να γιατί δεν νοιάζομαι αν τη γη αυτή τη ζουν Τούρκοι για Έλληνες, Εβραίοι για .……. Εκείνο που έχει αξία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με τον ιδρώτα τους και να περπατούν πάνω της ελεύθεροι, διαφεντευτές της, κυρίαρχοί της. Ν’ αναπνέουν περήφανοι τον αέρα της που να ’ναι αέρας δροσιάς, ομορφιάς, λεβεντοσύνης. Όχι πνίχτης»…

Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Στις 8 Δεκεμβρίου 1946 γίνεται η νενομισμένη τελετή της εισδοχής του στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Λίγους μόνο μήνες μετά, ο Μάτσης γίνεται ενεργό στέλεχος της Μορφωτικής Ένωσης Εθνικοφρόνων Φοιτητών. Αρχίζει τη διοργάνωση εξορμήσεων στη βορειο-ελλαδική ύπαιθρο, με σκοπό την ανύψωση του ηθικού των κατοίκων της υπαίθρου που υπέφεραν από τον εμφύλιο πόλεμο, καθώς και την εμψύχωση του ελληνικού στρατού. Στη Μακεδονία ανέπτυξε μεγάλη δράση και χάρη στα ρητορικά του προσόντα διακήρυττε τις απόψεις του για την Κύπρο. Για αυτό το έργο ονομαζόταν "Το αηδόνι της Κύπρου".
Ο Κυριάκος Μάτσης γίνεται φλογερός κήρυκας των εθνικών δικαίων. Δεν λησμονούσε την αποικιοκρατούμενη Κύπρο και την ανάγκη της Ένωσής της με τον εθνικό κορμό.

Σε αυτούς που του έλεγαν ότι η Ελλάδα είναι φτωχή και κατεστραμμένη, ενώ η Αγγλία είναι μια πλούσια αυτοκρατορία, απαντούσε με πάθος:

«Προτιμούμε τα ράκη της μητρός Ελλάδος, παρά την πορφύραν της μητρυιάς».
Στη φοιτητική συγκέντρωση-διαμαρτυρία που έγινε στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για τη συμπεριφορά των 4 μεγάλων δυνάμεων έναντι στις εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδος, η ομιλία του Κυριάκου Μάτση όπως γράφουν οι «Ακρίτες του Βορρά» συνοδεύτηκε από παρατεταμένα χειροκροτήματα και τη ρυθμική κραυγή:
"ΕΝΩΣΗ, ΕΝΩΣΗ ΚΥΠΡΟΣ, ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ"

Τον Ιούλιο του 1947 γράφει ένα προφητικό κείμενο στο ημερολόγιό του:
«καποιοι θέλουν προδοτικά να συμμετάσχουν στη Διασκεπτική συνέλευση του Κυβερνλητη, που θα καταστρώσει το σύνταγμα της Κύπρου, το σχοινί που θα σφυκτοδέσει τον Κυπριακό λαό μακρυά από τη μάνα του». Λόγια προφητικά που συνέβησαν το 1960 οπόταν προδόθυκε το όραμα της ένωσης και οι θυσίες των ηρώων της ΕΟΚΑ με το δοτό σύνταγμα.
Ο Κυριάκος Μάτσης όπως αναφέραμε και πριν δεν νοιαζόταν μόνο για την Ένωση της Κυπρου με την Ελλάδα αλλά ανησυχούσε και για τα άλλα φλέγοντα θέματα του Ελληνισμού. ΄Ετσι το Δεκέμβριο του 1947 γράφει στο ημερολόγιό του:
«Φεύγει ακόμα ένα χρόνος. Και ταλαιπωρημένη η ανθρωπότης αγκομαχά κάτω από μια αναταραχή τρομερή, μέσα σε μια τεραστία σύγχυση πνευμάτων. Ιδιαίτερα η πατρίδα μας κάτω από την ανταρτική δράση των κομμουνιστών, με ματωμένο το μέτωπο αγωνίζεται για να διασώσει τη Μακεδονία από τα χέρια των Βουλγάρων, που νομίζουν ότι είναι δυνατόν να πάρουν τη Θεσσαλονίκη. Τότε μόνο θα γίνει αυτό, όταν πτώματα τα κορμιά μας τα πατήσουν».

Άνθρωπος χωρίς παρωπίδες και φανατισμούς, ο Μάτσης είχε το θάρρος και την παρρησία να παρουσιαστεί το 1948 ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης και να υπερασπιστεί τον συμπατριώτη και συμφοιτητή του Γιάννη Δρουσιώτη, ο οποίος ανήκε στο αντίθετο ιδεολογικό στρατόπεδο. Γράφει στις 24 Ιουνίου 1948:

«Εμαθα στη ζωή να αγαπώ και να εκτιμώ τους ιδεολόγους αγωνιστές που ξέρουν να αγωνιστούν για ένα ιδανικό, αδιάφορο ποιο είναι αυτό, αρκεί να το πιστεύουν. Και ο Γιάννης Δρουσιώτης το πίστευε».

«Μόνο όταν το συμφέρον το ατομικό σταματήσει να κινεί το λογισμό μας σε κάθε μας πράξη, μόνο όταν ο καθένας εργάζεται για το σύνολο και τον εαυτό του, μόνον τότε η ανθρωπότης μπορεί να βρει το δρόμο της».

Νεαρός φοιτητής παλεύει συχνά στο συναίσθημα και στη λογική, ανάμεσα στην πλάνη και στην αλήθεια. Μένει πιστός στο αληθινό, το οποίο υπόσχεται να υπηρετήσει και να αγωνιστεί γι’ αυτό. Γράφει στις 16.4.47:

«Η σημαία για την οποίαν έδωκα όρκο να υπηρετήσω είναι η ΑΛΗΘΕΙΑ. Θα της μείνω πιστός και θ’ αγωνίζομαι για το ΦΩΣ και την ΑΛΗΘΕΙΑ».

Και όταν πρόκειται για την αλήθεια, ο Κυριάκος Μάτσης δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε και στον εαυτό του. Εξετάζει διαρκώς το βίο και τη συμπεριφορά του. Θέλει να έχει έλεγχο του συγκινησιακού του κόσμου και αγωνιωδώς διερωτάται:

«Δύο χρόνια κύλησαν. Στέκομαι στο ύψος μου; Πάντως όμως κάθε ένας πρέπει να είναι αυστηρός με τον εαυτό του και να εφαρμόζει αυτοέλεγχον. Γι’ αυτό νομίζω ότι σε πολλούς τομείς έκαμα δίκια και ειλικρινά το καθήκον μου, θυσιάζοντας κάποτε και τη ζωή μου, ενώ σε άλλους τομείς υστέρησα εις ασυγχώρητον βαθμόν. Αυτά τα κενά πρέπει να τα συμπληρώσω».

Από την 1η Ιουλίου μέχρι την 29η Νοεμβρίου 1951 ο Κυριάκος Μάτσης βρίσκεται στην Κύπρο και ασχολείται με τη συγγραφή της πτυχιακής του διατριβής, που έχει ως θέμα: «Γενική μελέτη του χωρίου Παλαιχωρίου Λευκωσίας (Κύπρου) και ειδική τής εν αυτώ αμπελοκαλλιέργειας.

Στις 2 Ιουνίου 1952 λαμβάνει τον τίτλο του Γεωπόνου. Βαθμός Πτυχίου «Λίαν Καλώς».

Στην ΕΟΚΑ

Εγκαταλείπει την Ελλάδα είκοσι έξι ημέρες αργότερα και επιστρέφει στην Κύπρο. Αρχίζει να εργάζεται στο μεγάλο αγρόκτημα του θείου του Π. Ιωάννου στα Κούκλια. Ο επιστήμονας-γεωπόνος προσφέρει τις γνώσεις του στην ανάπτυξη της παραγωγής του αγροκτήματος.

1η Απριλίου 1955 αρχίζει ο Εθνικο-απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ. Γράφει ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής στα απομνημονεύματά του:

«Ο Μάτσης εκ των πρώτων κατετάγη εις την Οργάνωσιν. Στρατιώτης του καθήκοντος, αγνός και τίμιος, υπόδειγμα, εις τους υφισταμένους του εμψυχωτής, εισήλθεν εις τον αγώνα με την φλόγα της αυτοθυσίας και την δίψαν να επιτελέσει έργον μεγάλο».

Το Αγρόκτημα των Κουκλίων όπου εργαζόταν ο Κυριάκος Μάτσης γίνεται αγωνιστικό κέντρο. Το Land-Rover της εταιρείας με αριθμούς εγγραφής R372 χρησιμοποιείται για μεταφορά οπλισμού, βομβών, πυρομαχικών και άλλου επαναστατικού υλικού με οδηγό τον Μάτση, που αψηφούσε το θάνατο. Η αυτοθυσία ήταν ταυτόσημη με την αγωνιστική του ύπαρξη.

Με την κατηγορία ότι ανήκει στην ΕΟΚΑ, ο Κυριάκος Μάτσης συλλαμβάνεται από τους Άγγλους στις 9 Ιανουαρίου 1956 και τον αποστέλλουν στα ανακριτήρια της Ομορφίτας. Γνωρίζουν ότι είναι σημαντικό στέλεχος της Οργάνωσης και ότι έχει στενή επαφή με τον Διγενή. Με την παρρησία που τον διέκρινε, δεν το αρνιέται. Οι διαβόητοι ανακριτές Ρόμπινσον, ΜακKάουαν και Χάρις τον ανακρίνουν, αλλά ο Μάτσης τούς μιλά για τις παραδόσεις των Ελλήνων, για τη μοίρα της πονεμένης Ρωμιοσύνης, για το χρέος να αγωνισθεί κανείς για την ελευθερία και δεν μένει μέχρις εκεί. Αντιστρέφει την πορεία των ανακρίσεων και τους ρωτά με θάρρος:

«Εσάς ποιος είναι, όμως, ο ρόλος και η αποστολή σας; Γιατί βρίσκεστε σε έναν τόπο που δεν σας θέλουν; Τι θα κάνατε εσείς αν ήσασταν στη δική μου τη θέση; Απαντήστε μου».

Τέτοια αξιοπρέπεια και τέτοια πρόκληση δεν την περίμεναν οι στυγνοί ανακριτές. Γι’ αυτό θα τον απομονώσουν και θα υποστεί τα φρικτότερα των βασανιστηρίων: Κτυπήματα, αϋπνία, ηλεκτροσόκ, αδιάλειπτες και επί εικοσιτετραώρου βάσεως ανακρίσεις. Σε καμία όμως περίπτωση η ψυχή του δεν λυγίζει. Παραμένει γενναίος και ατρόμητος.

Ο ιδεολόγος, ο ιδεαλιστής απορρίπτει τον υλισμό και θέτει την αρετή και την πατρίδα πάνω απ’ όλα. Ο Στρατάρχης Χάρτινγκ επιχειρεί να τον εξαγοράσει για να καταδώσει τον Διγενή, με το μυθικό για την εποχή εκείνη ποσό του μισού εκατομμυρίου λιρών. Ο Κυριάκος Μάτσης, όμως, δίνει μάθημα αγωνιστικής αρετής στους βασανιστές του και είχε το θάρρος να βροντοφωνάξει κατάμουτρα στον σκληρό αποικιοκράτη Χάρτινγκ, κτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι:

«Εξοχότατε, ού περί χρημάτων των αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής. Λυπούμαι, διότι με έχετε προσβάλει με την πρότασή σας».

Ο κυβερνήτης αποχώρησε αμέσως και εκτιμώντας το ήθος του Μάτση, έδωσε εντολή να σταματήσουν τα βασανιστήρια που του έκαναν. Ο Μάτσης μεταφέρεται στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς, όπου τον Απρίλιο του 1956 μετά την εξορία του Μακαρίου γίνονται ουσιαστικές συνομιλίες λύσης του Kυπριακού εντός των κρατητηρίων. Ο Μάτσης συνομιλούσε με τους ανακριτές, το βοηθό κυβερνήτη Sinclair και τον Redaway. Κατάφερε να βελτιώσει τους όρους της συμφωνίας Μακαρίου – Χάρτινγκ σε σημαντικά σημεία και πίστευε στη σύντομη λύση του Kυπριακού. Έθετε τα πάντα υπόψη του Διγενή, ο οποίος όμως θεώρησε ότι δεν μπορούσε από μόνος του να υπογράψει ή να δώσει τη συγκατάθεσή του για τη λύση και το πολιτικό μέλλον της Κύπρου.

Την 1η Μαΐου ο Διγενής στέλνει στον Μάτση με το ψευδώνυμο «Μιλτιάδης» την περίφημη «Διαταγή», στην οποία του ανέθετε όρους πως ο ένοπλος αγώνας θα λήξει μόνο όταν επιτευχθεί συμφωνία και διαπραγματεύσεις δύνανται να γίνουν μόνο με τον Μακάριο, όταν αυτός αφεθεί ελεύθερος.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1956, ο Κυριάκος Μάτσης δραπετεύει από τα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς και διορίζεται Τομεάρχης της επαρχίας Κερύνειας. Ως αντάρτης καταζητούμενος δεν χάνει την επαφή με τους φίλους και συγγενείς του. Γράφει τον Φεβρουάριο του 1958 στο νεαρό εξάδελφό του Συμεών Μάτση:

«… Είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε πέτρα την καρδιά, για να σταθούμε άξιοι του χρέους μας. Δοκίμασα πιο έντονο τον πειρασμό όταν περαστικός για λίγες μέρες από το χωριό ήμουν υποχρεωμένος να μην πάω να δω τους δικούς μου. Ήταν βέβαιο πως κάποτε θα τους ρωτούσαν αν με είδαν και έπρεπε να λεν «όχι» και να μπορούν να ορκιστούν γι’ αυτό. Μα έτσι θα είναι και πιο έντονη η χαρά όταν βρεθούμε τη μέρα της ΝΙΚΗΣ. Αν όμως η επιταγή της πατρίδας μάς φυλάξει μια άλλη μοίρα, τότε θ’ αγάλλεται η ψυχή μας απ’ τα ουράνια σαν συντροφιαστά με τα άλλα αδέλφια στον μεγάλο γιορτασμό θα πανηγυρίσουμε».

Το τελευταίο φθινόπωρο της ζωής του ο Μάτσης χαράζει στο χαρτί απαισιόδοξους στίχους, λες και τραγουδούσε τον ίδιο το θάνατό του:

«Παράξενο το μίλημα των λουλουδιών που σπέρνουμε στους τάφους

Λουλούδια παν στο μνήμα των να σπείρης θέλεις,

Τώρα που των ιδεών το άνθισμα θάφτηκε μέσ’ το χώμα;

Σπείρε τα.

Πιο δυνατά θα πεταχτούν και πι’ όμορφα θα λάμπουν

σαν απ’ το χέρι σου, κυρά, καλή φροντίδα θα ’βρουν.

Κι όσο φουντώνει η φυλλωσιά και πιο πολύ φυτρώνει

τόσο και πιο πολύ βαθιά η ρίζα των θ’ απλώνει

ώσπου να φτάσει στο κορμί κάτω που θα σαπίζει

πιο περισσά για να τραφή και πιο πολύ ν’ ανθίζει».



Επιστέγασμα των αγώνων του Κυριάκου Μάτση ήταν όταν μέσα από το κρησφύγετό του στο Δίκωμο, βροντοφώναξε στη μία και τριάντα το μεσημέρι της 19ης Νοεμβρίου 1958:

«Όχι. Δεν παραδίδομαι. Αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας».

Περικυκλωμένος στο ασφυκτικό κρησφύγετό του δεν είχε άλλη εκλογή παρά να πεθάνει. Ο ίδιος δεν είχε αφήσει στην ψυχή του κανένα ηθικό περιθώριο για εκλογή. Ήταν έτοιμος για το θάνατο. Τον είχε προβλέψει στα γράμματά του, τον είχε αναλύσει στους φιλοσοφικούς στοχασμούς του, τον είχε με σιγουριά καταγράψει στο ημερολόγιό του, τον είχε τραγουδήσει. Είχε υπογραμμίσει στο βιβλίο «Σιδηρά Διαθήκη» του Δημητρακοπούλου:

«Έκλεξε όσον ημπορής τον τρόπο του θανάτου σου, ένας ωραίος θάνατος είναι συνήθως η ευγενεστέρα πράξις της ζωής!».

Τρία πράγματα σκέφτηκε να κάνει: να κάψει τα έγγραφα της ΕΟΚΑ, να διώξει τους δύο συντρόφους του και να γεμίσει το όπλο του. Οι Άγγλοι αν και πολύ περισσότεροι φοβήθηκαν και προτίμησαν τη σιγουριά της ρίψης χειρομβοβίδων. Ο Μάτσης κείτονταν διαμελισμένος από την έκρηξη της χειροβομβίδας στο μικρό του κρυσφήγετο του, αλλά η ψυχή του είχε βρει τη θέση της στο πάνθεον των ηρώων.
Έντεκα μήνες πριν από το πέρασμα τού Μάτση στην αθανασία, σε επιστολή προς τους γονείς του, φανερώνει το πώς θα αντιμετώπιζε το τελευταίο προσκλητήριο της πατρίδας:

«Πιστεύουμε ότι κάθε θυσία μας δεν πηγαίνει άδικα και εσείς να είστε περήφανοι για μας. Αν ο καλός Θεός μας επιφυλάσση την λαμπράν τύχη να δώσωμεν την ζωήν μας για την πατρίδα, τότε η χαρά σας πρέπει να είναι απέραντη. Δεν ξέρω αν μπορεί να ονειρευτεί ένας άνθρωπος καλύτερη τύχη από αυτήν. Και δεν μπορώ να σκεφθώ γονείς που να είναι πιο περήφανοι παρά για τα παιδιά τους που έπεσαν για την πατρίδα».

Ο λόγος του Μάτση είναι λόγος διαχρονικός, γιατί πηγάζει από αξίες οικουμενικές, οι οποίες έχουν ως κέντρο αναφοράς τους τον άνθρωπο. Ο Κυριάκος Μάτσης αντιτάχθηκε και με την γραφίδα του, αλλά και με το όπλο του σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού και καταπίεσης. Η πίστη του στην ελευθερία και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια στάθηκαν οι παντοτινοί σύντροφοί του. Με ακλόνητη πίστη στην ΈΝΩΣΗ της Κύπρου με την Ελλάδα, αγωνίστηκε και ως φοιτητής αλλά κυρίως ως αγωνιστής της ΕΟΚΑ ενσυνείδητα για να πραγματοποιήσει την «ανάγκη» αυτή του Κυπριακού Ελληνισμού. Αλλά δεν στεκόταν μόνο σ΄ αυτό . Όπως μαρτυρούν οι συναγωνιστές του, μετά την πραγματοποίηση της Ένωσης έβλεπε πιο μακριά, την Βόρειο Ήπειρο, τους Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως και της Μικράς Ασίας. Ο Μάτσης ήταν ένας συνειδητός ιδεολόγος της Ένωσης αλλά και της πραγματοποίησης όλων των Εθνικών διεκδικήσεων.

Μιχαήλ Κουτσόφτας, Ανδρέας Παναγίδης, Στέλιος Μαυρομμάτης: Αθάνατοι!

Εκείνη την Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 1956, στο αντάρτικο λημέρι όπου βρισκόταν ο Παλληκαρίδης έγραψε για τους Τρεις το ποίημά του υπό τον τίτλο «Το τελευταίο Τρίο απαγχονισμού».
Ξάδελφος του Παλληκαρίδη ήταν ο ένας από το «Τρίο», ο Μαυρομμάτης. Τους στίχους (πλην των τριών τελευταίων λέξεων) μελοποίησε στις μέρες μας ο Μιχ. Χριστοδουλίδης και είναι το τραγούδι «Ποτέ δεν θα πεθάνουνε», στο δίσκο «Των Αθανάτων», του Νταλάρα με τη Διάσταση και το Γ. Δημοσθένους:  

«…Και να! Κτυπούνε πένθιμα,
κάθε χωριού καμπάνες.
Κλαίνε μαζί τρεις μάνες, μαζί τους κι όλη γη.
Κι είναι γλυκό το κλάμα τους, από χαρά λες κλαίνε.
Λόγια Σουλιώτου λένε στην πένθιμη σιγή:
Ποτέ δεν θα πεθάνουνε όσοι πεθάναν σήμερα. 
Και της σκλαβιάς τα σίδερα θα σπάσουν κάποια μέρα
και θ’ ακουστούν ελεύθερα τραγούδια πέρα ως πέρα, στο ελληνικό νησί…».




Για τους τρεις ήρωές μας έγραψε και ο Κώστας Μόντης:

Πού τρέχουν όλοι αυτοί,
γιατί τόση αναταραχή
για να σκοτώσουν τρία παιδικά χαμόγελα !
Γιατί φοβούνται πως είναι τόσο δύσκολο
να σκοτώσουν αυτά τα χαμόγελα;

Ήταν εκείνης της μέρας το τελευταίο φως που είδαν στη ζωή τους. Όσο μπόρεσαν να δουν μέσα από τα κατάκλειστα, σιδερόφρακτα, κελιά των μελλοθανάτων. Ανάμεσα στο κτήριο της αγχόνης και στο μικρό κοιμητήριο των Κεντρικών Φυλακών της Λευκωσίας.
Πριν από το χάραμα της Παρασκευής έγιναν οι ίδιοι φως. Άσβεστο για πάντα φως ελληνικό.





Το φως της επόμενης μέρας, της Παρασκευής, 21ης Σεπτεμβρίου 1956, δεν πρόλαβαν να το δουν. Προτού χαράξει η αυγή, τους κρέμασαν.
Πριν το χάραμα κουβάλησαν εκεί τον Παπάντωνη να τους ψάλλει μόνος συνοπτικά τη νεκρώσιμη ακολουθία. Πριν από το πρώτο φως τούς κατέβασαν στους τάφους της φυλακής. Τα φυλακισμένα μνήματα.
Πρώτος δεξιά δίκλινος τάφος: Μαζί ο Παναγίδης κι ο Κουτσόφτας. Δίπλα μονόκλινος για τον Μαυρομμάτη. Ήσαν, ήδη, εκεί, άλλοι πέντε συγκάτοικοι. Ο Μιχαλάκης Καραολής κι ο Ανδρέας Δημητρίου, από τις 10 Μαΐου, ο Ανδρέας Ζάκος με τον Χαρίλαο Μιχαήλ και τον Ιάκωβο Πατάτσο από τις 9 Αυγούστου 1956. Θα ‘φερναν, τον επόμενο χρόνο, άλλους τέσσερις: Τον Μάρκο Δράκο, τον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη και τον Στυλιανό Λένα. Και τον μεθεπόμενο χρόνο, Νοέμβριο του ’58, τον 13ον και τελευταίο συγκάτοικο, τον Κυριάκο Μάτση, στα Φυλακισμένα Μνήματα των ενδόξων και πανευφήμων της ΕΟΚΑ αρχαγγέλων της Λευτεριάς, που θυσιάστηκαν αγωνιζόμενοι κατά της βρετανικής σκλαβιάς για την Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα.

Οι ήρωες Κουτσόφτας και Παναγίδης ήταν φίλοι αληθινοί.
Ο Κουτσόφτας μπορούσε να τρέξει και να σωθεί, προτίμησε όμως να βοηθήσει το φίλο του, που δεν μπορούσε να τρέξει. Κοινή η πορεία τους, η φυλάκιση, η δίκη, η αγχόνη. Μαζί τους στο τελευταίο στάδιο προστέθηκε και ο Στέλιος Μαυρομμάτης από τη Λάρνακα της Λαπήθου.

Μ Ε Σ Α Ν Υ Χ Τ Α της Πέμπτης και κάτι, πάνε και τους τρεις σιδηροδέσμιους στην αγχόνη. Τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο. Και μόλις τον ολοκληρώνουν, χωρίς ανάσα, τον ξαναρχίζουν.
Ώσπου ο απαίσιος γδούπος της καταπακτής της αγχόνης έκοψε στη μέση την επανάληψη τού «και σαν πρώτ’ ανδρειωμένη χαίρε, ω χαίρε, ελευθεριά»… Σαν αύριο, πριν από πενήντα ένα χρόνια.

«Παρασκευά, δεν θέλω να μαραζώνεις διότι θα μας κρεμάσουν. Πεθαίνω μόνο για ένα σκοπό. Δεν θα δω την Κύπρο ελεύθερη, αλλά προσέφερα το αίμα μου για να τη δουν οι νέες γενεές τής Κύπρου ελεύθερη…».
Τα πιο πάνω λόγια ανήκουν στον ήρωα Ανδρέα Παναγίδη. Εκείνος ο άλκιμος νέος υπηρέτησε επάξια το χρέος του. Προσέφερε θυσία το αίμα του για να εκτιμηθεί και να καταξιωθεί από τις μελλοντικές γενιές των Eλλήνων της Κύπρου. Τούτο το παλικάρι αγκυροβόλησε τα όνειρά του και τη ζωή του μέσα στο πέλαγος της λευτεριάς. Και ουδέποτε λύγισε. Ουδέποτε παρέκκλινε από το δρόμο του, για να αφήσει στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 την ψυχή του Αιώνιο Μήνυμα σε όλους τους Έλληνες.

ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ αποικιοκράτες έθεταν, με τον πιο προκλητικό κυνισμό, τα δικά τους συμφέροντα υπεράνω του δικαιώματος του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση. Δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν τις πιο απάνθρωπες μεθόδους, όπως τους απαγχονισμούς, προκειμένου να εκβιάσουν τον κυπριακό λαό να αποδεχθεί «λύσεις» με τις οποίες θα κατοχυρωνόταν η στρατιωτική τους παρουσία στο νησί. Η Κύπρος ήταν (και είναι) κομβικό σημείο στους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς της Βρετανίας.

Προβάλλεται η άποψη ότι ο Μακάριος συμπεριφέρθηκε μαξιμαλιστικά, όταν οι Βρετανοί πρότειναν σύνταγμα αυτοκυβέρνησης για ένα διάστημα, αφήνοντας αόριστη την προοπτική για πλήρη αυτοδιάθεση. Όμως τα γεγονότα διαψεύδουν αυτή την άποψη. Οι Βρετανοί προσέθεταν πάντοτε μια σημαντική «ουρά» στις προτάσεις τους για παραχώρηση αυτοκυβέρνησης αυτοδιάθεσης στην Κύπρο. Έθεταν ως προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θα επηρέαζε τα βρετανικά συμφέροντα. Ύστερα από την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ από την αιγυπτιακή κυβέρνηση, ήταν φανερό ότι στα βρετανικάσυμφέροντα θα περιλαμβανόταν και η Κύπρος για πολλά χρόνια ακόμη, λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης. Γι’ αυτό εξάλλου η Βρετανία διατηρεί μέχρι σήμερα στρατιωτικές βάσειςστην Κύπρο. Κάτι τέτοιο όμως έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και του ΟΗΕ.

Τις πρωινές ώρες της 21ης Σεπτεμβρίου 1956 οδηγήθηκαν στην αγχόνη τρία μέλη της ΕΟΚΑ, οι Μαυρομμάτης, Κουτσόφτας και Παναγίδης. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες προσπαθούσαν να κάμψουν τις αντιστάσεις του κυπριακού λαού, για τη «λύση» που μεθόδευαν, ύστερα από το ναυάγιο των συνομιλιώντου Μακάριου με τον κυβερνήτη Χάρντινγκ.
ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ αποικιοκράτες φάνηκαν αδίστακτοι. Για να τρομοκρατήσουν τον κυπριακό λαό και να αποδείξουνότι ήταν διατεθειμένοι να φτάσουν στα άκρα, για την πάταξη της εξέγερσης των Κυπρίων, οδήγησαν αγωνιστές της ΕΟΚΑ στην αγχόνη.


ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ
Γεννήθηκε στο χωριό Λάρνακας της Λαπήθου, της επαρχίας Κερύνειας, στις 15 Νοεμβρίου 1932. Απαγχονίστηκε στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στις 21 Σεπτεμβρίου 1956. Γονείς : Χριστόφορος και Ελένη Μαυρομμάτη
Αδέλφια : Μαρία, Ειρήνη, Κώστας.
Ο Στέλιος Μαυρομμάτης τελείωσε το δημοτικό σχολείο στο χωριό του και την Εμπορική Σχολή Σαμουήλ στη Λευκωσία. Εργάστηκε για δυο χρόνια στον αγγλικό στρατό στο Σουέζ και στη συνέχεια εργαζόταν στο αγγλικό αεροδρόμιο Λευκωσίας ως γραφέας μέχρι τη σύλληψή του. Ήταν μέλος της επιτροπής των σωματείων ΣΕΚ και ΘΟΙ στο χωριό του, στην ίδρυση των οποίων πρωτοστάτησε ο πατέρας του.
Με την έναρξη του αγώνα εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ και πήρε μέρος σε επιχείρηση δολιοφθοράς εναντίον αεροπλάνων των Άγγλων. Συνέβαλε επίσης ουσιαστικά στη συλλογή των κυνηγετικών όπλων από ιδιώτες στην περιοχή Λευκωσίας. Έδρασε ιδιαίτερα στην περιοχή των οδών Λήδρας και Ονασαγόρου, την οποία οι Άγγλοι είχαν ονομάσει “μίλι του θανάτου”. Μεταξύ των συνεργατών του ήταν και ο ξάδελφός του Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Στενοί συνεργάτες του στη μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού, καθώς και στη φιλοξενία και φυγάδευση καταζητουμένων προσώπων ήταν και οι γονείς και τα αδέλφια του.
Σε μια ανεπιτυχή επίθεση του ιδίου και των δυο συναγωνιστών του εναντίον του Βρετανού σμηνία Νόρμαλ Άλφρεντ και του αεροπόρου Λώρενς Ληθ της βρετανικής βασιλικής αεροπορίας στην οδό Αγίου Παύλου στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας, ο Στέλιος Μαυρομμάτης ανακόπηκε κατά την αποχώρηση από Άγγλο κάτοικο της περιοχής και συνελήφθη από τους δυο Άγγλους αεροπόρους. Καταδικάστηκε σε θάνατο και απαγχονίστηκε μαζί με τους Ανδρέα Παναγίδη και Μιχαήλ Κουτσόφτα. Αξιοζήλευτο είναι το θάρρος με το οποίο αντιμετώπισε την εκτέλεσή του και το οποίο ο ίδιος περιγράφει στις δυο τελευταίες του επιστολές.
Σε έρευνες που έκαμαν Άγγλοι στρατιώτες στο πατρικό του σπίτι, μετά την εκτέλεσή του, "εκπυρσοκρότησε" το όπλο ενός στρατιώτη πληγώνοντας την αδελφή του Μαρία στη σπονδυλική στήλη και καθηλώνοντάς την από τα 27 της χρόνια σε αναπηρική καρέκλα.


ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓIΔHΣ
Εργάτης, παντρεμένος και πατέρας τριών μικρών παιδιών. Είναι συγκινητική, όσο λίγα κείμενα της περιόδου, η αποχαιρετιστήρια επιστολή του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Γι’ αυτό παρατίθεται στο μεγαλύτερο μέρος της:  
«Aξιολάτpευτά μου παιδιά, πολυαγαπημένη μου γυναίκα, Χαίρετε. Αυτήν την στιγμήν που σας γράφω είναι Τρίτη, 10 η ώρα βράδυ. Ακριβώς πριν τρία λεπτά μας ειδοποίησαν ότι χαράματα της Παρασκευής 21.9.1956, θα εκτελεσθούμε. Ίσως, όταν διαβάζετε αυτό το γράμμα, εγώ να μην υπάρχω αναμεταξύ στους ζωντανούς. Λατρευτά μου παιδιά, σας αφήνω για πάντα, στην τόσο νεαρή μου ηλικία. Στα 22 μου χρόνια πεθαίνω για χάρη μιας μεγάλης ιδέας. Σας εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γινήτε καλοί Χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε πάντα τον δρόμο της αρετής. Να είσθε πάντα βέβαιοι ότι σας αγάπησα τόσο θερμά και με μια απέραντη πατρική αγάπη. Αλλά δυστυχώς σας αφήνω, χωρίς να σας δω να μεγαλώνετε, όπως το ονειρευόμουν… 
…Κι εσύ, πολυαγαπημένη μου Γιαννούλα, σου ζητώ για τελευταία χάρη να περνάς καλά με τα παιδιά μας. Αγάπα τα θερμά, τόσο πολύ, και για μένα. Και εγώ από ψηλά θα σας στέλλω τις πιο θερμές μου ευχές. Και να σεβαστής και το δικό μου όνομα. Βλέπεις ότι η μοίρα θέλησε να μας πικράνει στα πρώτα χρόνια του γάμου μας. Αυτή τη στιγμή που σου γράφω, ένα χαμόγελο γλυκύ στολίζει τα χείλη μου, γιατί είμαι ευτυχισμένος που αφήνω τα παιδιά μου σε μια καλή μητέρα. Η ψυχή μου είναι γεμάτη μια αληθινή χαρά, γιατί είμαι υπερήφανος για σένα. Μη δώσεις καμιά ματιά στο παρελθόν, αλλά κοίταζε το παρόν. Σου ζητώ συγγνώμη και συγχώρεση για ό,τι σου έφταιξα Γιαννούλα. …’Έχετε γεια, μια και για πάντα, αγαπημένες μου υπάρξεις. Με φιλιά και αγάπη, ο σύζυγος σου και ο αγαπητός σας πατέρας Ανδρέας Σ. Παναγίδης»
Στις 21 Σεπτεμβρίου, ο Ανδρέας Παναγίδης, πατέρας τριών παιδιών , απαγχονιζόταν. Ηταν 22 χρονών …



ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑΣ
Καταγόταν από το Παλαιομέτοχο, εργάτης στο επάγγελμα. Συνελήφθηκε στις 12 Ιουνίου 1956, με την κατηγορία ότι μαζί με τον Παναγίδη και τον Παρασκευά Χοιροπούλη πυροβόλησαν και σκότωσαν Βρετανό Σμηνία στο Α/Δ Λευκωσίας. Απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1956, μαζί με τον Παναγίδη, σε ηλικία 20 ετών· ο Χοιροπούλης, όντας μικρότερος των 18 ετών, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Τελευταία επίσκεψη στον Μιχαήλ Κουτσόφτα. Ο ήρωας έλεγε στους γεμάτους αγωνία συγγενείς του: «Εγώ είμαι υπερήφανος που πεθαίνω για την πατρίδα. Το ίδιο να είστε και εσείς και να μη μαραζώνετε…». Όσοι ήταν παρόντες, μαρτυρούν ότι έγινε ο ακόλουθος διάλογος μεταξύ του μελλοθάνατου νέου και της τραγικής μητέρας του:
-Μάνα, αν είσαι Ελληνίδα, μην κλάψεις, γιατί ο γιος σου δεν είναι για κλάματα. Ο γιος σου τραβάει για τη δόξα και την τιμή.
Σκουπίζοντας τότε εκείνη τα δάκρυά της και συγκρατώντας την ανείπωτη οδύνη της, του λέει:
– Είμαι υπερήφανη για σένα γιε μου. Σε γέννησα για την πατρίδα και σε δίνω στην πατρίδα».

Ο Αντρέας Παναγίδης βλέπει τον συναγωνιστή του Παρασκευά Χοιροπούλη, που πήγε να τον αποχαιρετήσει, και του λέει: «Θέλω να πεις ότι δεν χάσαμε το θάρρος μας, αλλά βαδίσαμε με το κεφάλι ψηλά προς την αγχόνην, διότι η Ελευθερία χρειάζεται θυσίας. Δεν θα δω την Κύπρον ελεύθερη, αλλά προσέφερα το αίμα μου για να την δουν οι νέες γενεές της Κύπρου ελεύθερη».
Στον αδελφό του γράφει: «Περιμένουμε την ημέρα της εκτελέσεως σαν άγια ώρα της ελευθερίας. Μάθε ακόμα ότι ο Ζάκος και οι άλλοι πέθαναν με υπερηφάνεια. Τραγουδούσαν μισή ώρα πριν να εκτελεσθούν και τη ώρα της εκτελέσεως φώναζαν υπέρ της Ελευθερίας».



Η αντίδραση των τριών αγωνιστών στην καταδικαστική απόφαση
Αν οι τρεις αγωνιστές επέδειξαν ανδρεία, θάρρος και αποφασιστικότητα κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της αποστολής που τους ανέθεσε η ΕΟΚΑ, κατά την ανάγνωση της απόφασης του Δικαστηρίου που διάταζε το θάνατο για τους δυο και την ισόβια κάθειρξη για το Χοιροπούλη, οι τρεις αγωνιστές υπερέβησαν κάθε τι το ανθρώπινο. Όχι μόνο δεν πτοήθηκαν από την καταδικαστική απόφαση αλλά αντίθετα επέδειξαν υπέρμετρο θάρρος και αντρεία, έννοιες που εκείνη τη στιγμή ξέφυγαν από την ανθρώπινη σημασία τους και πέρασαν σε άλλη σφαίρα.
Η καταδίκη τους σε θάνατο, όχι μόνο δεν ήταν γι’ αυτούς κάτι το τρομακτικό, αλλά αντίθετα, ήταν μια ευκαιρία για να απελευθερωθεί η ψυχή τους, η οποία ήταν σκλαβωμένη μέσα στο σώμα τους, κατά τον ίδιο τρόπο που ήθελαν και η μικρή πατρίδα τους, η Κύπρος, που ήταν υπόδουλη, να απελευθερωθεί από τους Άγγλους κατακτητές.

Συνεπώς, ήταν φυσικό απ’ αυτή την άποψη να μην επιδείξουν ούτε ίχνος δειλίας κατά την ανάγνωση της καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου, επειδή ακριβώς οι τρεις αγωνιστές είχαν ξεπεράσει το φόβο του θανάτου.
Πριν ο Ειδικός δικαστής διαβάσει την απόφασή του είπε ότι βρίσκει όλους τους κατηγορούμενους ένοχους και πρόσθεσε στη συνέχεια ότι κανένας από τους κατηγορούμενους δεν έχει καταδικαστεί προηγουμένως και δεν υπάρχει τίποτα εναντίον τους.
Οι τρεις ήρωες απαγχονίστηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 και ώρα 0:45 π.μ..
«Ομιλών εκ μέρους όλων ο Στέλιος Μαυρομάτης είπε τα εξής: “Αισθανόμεθα απόλυτον γαλήνην, διότι είμεθα πεπεισμένοι ότι ο Θεός μας έχει ήδη συγχωρήσει και μας συμπαρίσταται. Ενθυμούμε θα τα λεχθέντα υπό του Θεανθρώπου ότι απήλλαξε τον άνθρωπον από τον φόβον του θανάτου και ότι δεν πρέπει να φοβήται κανείς οιανδήποτε περίστασιν, εάν χάνεται με το σώμα του, αφήνει όμως την ψυχήν του ενέπαφον”.

Είμαι ευχαριστημένος διότι μου εδόθη η ευκαιρία να γνωρίζω την ημέραν του θανάτου μου και να ετοιμαστώ πλήρως διά να την αντιμετωπίσω. Η μόνη μου μελαγχολική σκέψις είναι το μέλλον της οικογενείας μου και ιδιαιτέρως των δύο ανυπάνδρων αδελφών μου, πολύ περισσότερον μάλιστα που ο πατήρ μου είναι ήδη ηλικιωμένος. Λυπούμαι όταν σκέπτωμαι ότι ούτος είναι υποχρεωμένος να εργάζεται σκληρά εις τα γηρατεία του”» (Βλ. «Ο Φιλελεύθερος», 20.9.1956).

Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι Παναγίδης και Κουτσόφτας είπαν «ότι αντιμετωπίζουν με μεγάλην αταραξίαν την επικειμένην εκτέλεσίν των. Στο κάτω-κάτω, προσέθεσαν, κάθε άνθρωπος οφείλει την ψυχήν του εις τον Θεόν. Ο Παναγίδης ανεφέρθη με συγκίνησιν διά την σύζυγόν του και τα τέκνα του. Συναισθάνομαι πλήρως, είπεν, ότι είμαι οικογενειάρχης με σύζυγον και τρία ανήλικα παιδιά, τα οποία εγκαταλείπω τελείως απροστάτευτα και άνευ περιουσίας. Αλλά βαδίζω προς τον θάνατον βέβαιος ότι τόσον οι συγγενείς όσον και οι φίλοι μου και εν γένει οι συμπατριώται μου θα φροντίσουν τα….»(Βλ. «Ο Φιλελεύθερος», 20.9.1956).

Συγγενείς των μελλοθανάτων, μιλώντας στον «Φ» είπαν ότι «εύρον τους νέους εντελώς ψυχραίμους, ετοίμους να αντιμετωπίσουν τον θάνατο. Τον Μιχαήλ Κουτσόφταν εύρον οι οικείοι του ψάλλοντα θρησκευτικούς ύμνους και το “Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει”. Μόλις αντίκρισε την σύζυγόν του Ευγενίαν, της είπε: Θέλω να σταθής ανταξία μου, δεν θέλω κλάματα και λύπες. Προς την μητέραν του Ελένην Κυριάκου Κουτσόφταν είπεν ότι ήλθε η ώρα διά να δείξη ότι είναι πραγματική Ελληνίς μητέρα. Πρέπει να ξέρετε ότι όταν θα βαδίζω εις την αγχόνην την νύχταν της Πέμπτης θα ψάλλω τον εθνικόν μας ύμνον. Εν συνεχεία συνέστησεν εις τους αδελφούς και αδελφάς του, Πέτρον, Κώσταν, Παρασκευούν και Ολυμπιάδα να παρηγορήσουν την μητέρα των. Αδέλφια μου, είπε, θα πάω να εύρω τον μακαρίτην πατέρα μας» (Βλ. «Ο Φιλελεύθερος», 20.9.1956).

Στα ρεπορτάζ ο «Φ» έδινε πλήρεις περιγραφές για τα τραγικά γεγονότα: «Η αγωνία και η συγκίνησις έφθασαν εις το κατακόρυφον κατά την 1ην μεταμεσονύκτιον ώραν, ότε, ως εγένετο αντιληπτόν, επλησίαζε η ώρα της εκτελέσεως. Την 1.3΄ μεταμεσονύκτιον ηκούσθη να ψάλλεται από εκατοντάδες πρόσωπα εντός των Φυλακών ο Ελληνικός Εθνικός Ύμνος. Ηκολούθησε σιγή διά μερικά δευτερόλεπτα. Την 1 ώραν και 4 λεπτά ηκούσθησαν φωναί: ‘Ο Θεός Μαζί σας. Αντίο παιδιά. Είσθε αθάνατοι’, που εγέμισαν τον αέρα. Έν λεπτόν αργότερον, εν μέσω μιας μικράς μεν αλλά κατανυκτικής σιωπής, εκατοντάδες προσώπων έψαλον το ‘αιωνία η μνήμη’» (Βλ. «Ο Φιλελεύθερος», 23.9.1956).


Ο ιερέας των φυλακών αιδεσιμότατος Παπαντώνιος Ερωτοκρίτου δήλωσε σε συντάκτη του «Φ» ότι όταν κοινώνησε τους μελλοθάνατους και τους έκανε το Άγιο Ευχέλαιο ήταν εντελώς ψύχραιμοι. «Την 12.45 μεταμεσονύκτιον οι 3 νεαροί ωδηγήθησαν εις την αγχόνην ενώ έψαλλον ζωηρώς τον Εθνικόν Ύμνον. Την στιγμήν που θα εξετελούντο ηκούσθησαν εκ του δωματίου της αγχόνης διάφορα συνθήματα, τα οποία ούτοι εκραύγαζαν. Περί την 2αν πρωινήν ωδηγήθην πλησίον του δωματίου της αγχόνης, όπου είδον 3 φέρετρα. Ετράβηξα τα σκεπάσματά των και αντίκρυσα τους τρεις εκτελεσθέντας νεκρούς, έσκυψα και τους φίλησα. Τα πρόσωπά των ήσαν ήρεμα. Μετά τους έψαλλα την νεκρώσιμον ακολουθίαν. Τέλον, μετεφέρθην διά του ιδίου οχήματος εις την οικίαν μου. Κατά την διάρκειαν της νεκρωσίμου ακολουθίας παρίσταντο και οι κ.κ. Άιρον και Άκερς» (Βλ. «Ο Φιλελεύθερος», 23.9.1956).
Οι τρεις εκτελεσθέντες ετάφησαν στο Κοιμητήριο των Κεντρικών Φυλακών, δίπλα από τους τάφους των Μιχαλάκη Καραολή, Ανδρέα Δημητρίου, Ανδρέα Ζάκου, Ιάκωβου Πατάτσου και Χαρίλαου Μιχαήλ.



Το είδαμε στο Ιστολόγιο Εθνική Παιδεία

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

1η Απριλίου 1955. Έναρξη αγώνα ΕΟΚΑ (Βίντεο για προβολή και κείμενα)


1η Απριλίου 1955. Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ που είχε σαν στόχο την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.







Ήταν πρώτη Απριλίου
της ΕΟΚΑ η αρχή
που ακούστηκε στην Κύπρο
η φωνή του Διγενή

Και στον ήχο της φωνής του
έτρεξε η λεβεντιά
για να δώσουνε τη μάχη
εις της Κύπρου τα βουνά

Μάρκος Δράκος και Πατάτσος
Ζάκος και Καραολής
δώσανε με τόσους άλλους
τη νεανική ζωή

Μα απ΄όλους τους λεβέντες
πιο τρανός πιο ξακουστός
ήτανε ο Αυξεντίου
της ΕΟΚΑ υπαρχηγός

Με το αίμα των ηρώων
και με γράμματα χρυσά
έγραψεν η ιστορία
τη γλυκειά μας λευτεριά

Δεν μπορεί κανένας τόπος
να μην ελευθερωθεί
όταν κάθε παλικάρι
τρέχει να θυσιαστεί

http://youtu.be/p2pVi-rpEh4


Μία από τις ενδοξότερες σελίδες του Κυπριακού Ελληνισμού ξεκίνησε να γράφεται την 1η Απριλίου του 1955. Την ημέρα που ολόκληρος ο Κυπριακός Ελληνισμός, αφουγκραζόμενος τον προαιώνιο πόθο όλων των Κυπρίων δια μέσου των αιώνων, ξεκίνησε τον άνισο ένοπλο αγώνα κατά της αποικιοκρατικής Μεγάλης Βρετανίας. Αγώνα τιτάνιο με στόχο την Ελευθερία και την Ένωση της μεγαλονήσου μετά της μητρός Ελλάδος.
Η Ένωσις δεν ήταν βέβαια πόθος μόνον των Ελλήνων Κυπρίων, αλλά ολοκλήρου του έθνους.
Οι Άγγλοι είχαν εκμεταλλευθεί πολλάκις την επιθυμία των Ελλήνων Κυπρίων για την Ένωση με την Ελλάδα. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο υποσχέθηκαν την Κύπρο στην Ελλάδα υπό τον όρο αυτή να εγκαταλείψει την ουδετερότητα, ενώ κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έπραξαν το ίδιο για να εξασφαλίσουν τη συμμαχία της. Οι Άγγλοι δεν κράτησαν ποτέ τον λόγο τους. Αντίθετα, προετοίμαζαν χάρτες, που κατά "σατανική σύμπτωση" ομοιάζουν με αυτούς του σχεδίου Ανάν (υπάρχουν στα αποδεσμευμένα έγγραφα του Foreign Office της δεκαετίας του ’50), και προωθούσαν διχοτομική λύση στην Κύπρο. Η Κύπρος δεν έμελλε επομένως να γλιτώσει από την περίφημη πολιτική τους, το «διαίρει και βασίλευε» που εφάρμοσαν σε όλες τις πρώην αποικίες τους.
Οι Έλληνες της Κύπρου συνειδητοποιώντας τις προθέσεις των Άγγλων προχώρησαν στην ένοπλη σύγκρουση. Ήταν η μοναδική διέξοδος που θα απέτρεπε τα σχέδια τους και που θα οδηγούσε στην πολυπόθητη Ένωση. Κανείς δε μπορούσε να φανταστεί πως μία χούφτα αμούστακων παλικαριών με πενιχρό εξοπλισμό, χωρίς στρατιωτική παιδεία και, δυστυχώς, χωρίς την στήριξη της Ελλάδος, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει νικηφόρα τους θριαμβευτές του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, τον «ένδοξο» Βρετανικό στρατό που ξεπερνούσε τότε τις 40.000 στην Κύπρο. Χαρακτηριστικά, οι Άγγλοι αξιωματούχοι στην Μεγάλη Βρετανία, εξέλαβαν ως πρωταπριλιάτικο αστείο τα αγωνιώδη τηλεγραφήματα που έφταναν από την Κύπρο και μιλούσαν για την εξέγερση και τους πρώτους τους νεκρούς. Η ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) είχε ξεκινήσει τη δράση της και ήταν ασταμάτητη.
Οι Άγγλοι προσπάθησαν να κάμψουν το φρόνημα του Κυπριακού Ελληνισμού με κάθε τρόπο. Χρησιμοποίησαν κάθε είδους τρομοκρατία. Συνελάμβαναν ακόμα και μαθητές, βασάνιζαν με πρωτοφανή λύσσα, εκτέλεσαν, δολοφόνησαν, κρέμασαν, βεβήλωσαν, λεηλάτησαν και πυρπόλησαν ναούς, έκλεισαν σχολεία, άνοιξαν στρατόπεδα συγκεντρώσεως, μετέφεραν συλληφθέντες αγωνιστές σε φυλακές στην Αγγλίας… Όλα αυτά δυστυχώς με την αγαστή συνεργασία των Τουρκοκυπρίων, των οποίων τα χέρια βάφτηκαν πολλές φορές με ελληνικό αίμα.
Η τρομοκρατία, οι εξορίες, τα βασανιστήρια, οι αγχόνες, δεν έκαμψαν το φρόνημα και την επιθυμία των Κυπρίων για αγώνα. Απεναντίας ατσάλωσαν και χαλύβδωσαν την θέληση και την ορμή του. Οι Άγγλοι μετρούσαν δεκάδες, μετά εκατοντάδες νεκρούς. Συνάμα είχαν γελοιοποιηθεί στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, ενώ η μικρή Κύπρος και ο δίκαιος αγώνας της κέρδισε τη συμπάθεια όλων. Ακόμα και του ίδιου του Αγγλικού λαού. Η Μεγάλη Βρετανία που μέχρι τότε απαντούσε πως «ουδέποτε» ( το περίφημο “never” που εξεστόμησε στην Βουλή των λόρδων, ο τότε Υπουργός Αποικιών) θα εγκατέλειπε την Κύπρο, σύρθηκε σε συνομιλίες...
Δυστυχώς όμως ο πόθος της Ένωσης δεν ευοδώθηκε ποτέ. Δυστυχώς η Ελλαδική διπλωματία δεν στάθηκε ποτέ στο ύψος της και δεν κατάφερε ποτέ να εκμεταλλευτεί τον ηρωικό αγώνα των Κυπρίων. Από ανικανότητα; Από απειρία; Από άλλους παράγοντες; Ίσως… Ποιος ξέρει…
Το σίγουρο πάντως είναι πως η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Αβέρωφ θέλησαν να κλείσουν το «Κυπριακό». Υπέγραψαν με τους Τούρκους και ερήμη των Κυπρίων τις Συμφωνίες της Ζυρίχης που προνοούσαν ανεξαρτησία και πίεσαν τον Μακάριο να πράξει το ίδιο, λίγους μήνες αργότερα στο Λονδίνο. Μάλιστα, όταν ο Μακάριος ζήτησε να διαπραγματευτεί κάποιες πτυχές της συμφωνίας, φέρεται να εδέχθει τις απειλές του Κ. Καραμανλή για πλήρη εγκατάλειψη της Κύπρου από την Ελλάς. Η Συμφωνία του Λονδίνου επήλθε και η ανεξαρτησία της Κύπρου ήταν πλέον γεγονός. Οι συμφωνίες κατέστησαν την Τουρκία εγγυήτρια δύναμη της Κύπρου παρότι η ίδια είχε παραιτηθεί από πολύ πιο πριν κάθε δικαιώματος της στην Κύπρο. Το άρθρο αυτό επικαλέστηκαν οι Τούρκοι για να προχωρήσουν στην εισβολή του 1974, με τα όσα δεινά επακολούθησαν (εκτελέσεις, σφαγές, εκτοπισμός, εθνοκάθαρση, λεηλασίες, βεβηλώσεις ναών κ.τ.λ.)...
Υ.Γ. (1) : Ο Άγγλος ιστορικός Kenneth Young είχε γράψει: "Εάν λάβουμε υπόψη την γεωπολιτική θέση του Ελληνισμού και τον αριθμό των Ελλήνων καθ' όλη τη διαδρομή της Ιστορίας, τότε η επιβίωση της Ελλάδας και η σημερινή της κατάσταση ως ανεξαρτήτου έθνους προκαλεί τεράστια έκπληξη. Με βάση όλα τα ιστορικά γεγονότα οι Έλληνες θα έπρεπε να είχαν εξαφανιστεί όπως οι Ασσύριοι, οι Σουμέριοι και οι Χετταίοι".
Υ.Γ. (2) Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός: "Η Ρωμιοσύνη εν φυλή, συνότζιαιρη του κόσμου. Κανένας εν εβρέθηκεν για να την ιξιλήψει. Κανένας! Γιατί σιέπει την που τα 'ψη ο θεός μου...Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί, όντας ο κόσμος λήψει". (9η Ιουλίου, Βασίλης Μιχαηλίδης).


Υ.Γ. (3): Ίωνας Δραγούμης: «Έχουμε δυνάμεις αμέτρητες! Και αν το κράτος δεν τις ξέρει, δεν θα πει πως δεν πρέπει να τις ξέρω κι εγώ. Και αν το κράτος τις αφήνει κρυμμένες ή σκόρπιες και δεν θέλει να τις περιμαζέψει, δεν είναι λόγος να μην τις περιμαζέψω εγώ ή τουλάχιστον να μην προσπαθήσω. Ο καθένας πρέπει να ξέρει πως σε αυτόν έλαχε να σώσει το Έθνος του! Έτσι, θα προσπαθήσουν πολλοί, και θα το σώσει όποιος μπορέσει»..
Την ώρα που ο εξελίξεις και στο Μακεδονικό εμφανίζονται εξαιρετίκά κρίσιμες τα λόγια αυτά μοιάζουν τόσο επίκαιρα όσο ποτέ.
  
Δείτε περισσότερες αναρτήσεις για τον αγώνα της ΕΟΚΑ, στην αντίστοιχη θεματική ετικέτα του ιστολογίου μας, ή απλά κάνοντας κλικ εδώ.

Γρηγόρης Αυξεντίου- ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ (κείμενα και βίντεο για προβολή)

Α' Μέρος


Β Μέρος





Σήμερα 3 Μαρτίου τιμούμε τη μνήμη του ήρωα και υπαρχηγού της ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αυξεντίου (22/2/1928-3/3/1957) που θυσιάστηκε για την Ελευθερία της ιδιαίτερης του πατρίδας (Κύπρου) και για την ένωσή της με την Ελλάδα! 


03 Μαρτίου 1957. Ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ Γρηγόρης Αυξεντίου (Ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού), 29 μόλις ετών, πυρπολείται ζωντανός από τους Άγγλους κατακτητές, όντας εγκλωβισμένος στο κρησφύγετου του, στα βουνά του Μαχαιρά.
Οι τέσσερις σύντροφοι του παραδόθηκαν λίγο πιο πριν, κατ’ εντολή του. Ο ίδιος αποφασισμένος να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Άγγλων και αν χρειαστεί να θυσιαστεί τους είπε επί λέξι:
«Μέχρι σήμερα μαθαίνατε πώς πολεμούν οι Έλληνες. Σήμερα θα μάθετε και πως πεθαίνουν».
Η απάντηση στην προσταγή των Άγγλων για να παραδώσει τα όπλα του, βγήκε από τα σπλάχνα της ελληνικής ιστορίας «Μολών λαβέ».
Η μάχη που ακολούθησε άνιση.

Οι ισχυρές δυνάμεις των Άγγλων υπέστησαν όμως πρωτοφανείς απώλειες (πάνω από 40 οι νεκροί, ακόμα περισσότεροι οι τραυματίες). Μετά από 10 ώρες μάχη, την 2αν πρωινή ώρα, περιλούζουν από αέρος με βενζίνη την περιοχή και πυρπολούν το κρησφύγετο.
Το καρβουνιασμένο πτώμα του αναγνώρισε πρώτος ο πατέρας του στο στρατιωτικό νοσοκομείο Λευκωσίας. «Απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του», όπως είπε, «κι από κείνο το χρυσό κωσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του». Βγήκε από το νεκροτομείο χαμογελώντας… Κι όταν ρωτήθηκε από τους οικείους του γιατί γελούσε, κι αν τελικά δεν είναι ο Γρηγόρης, αυτός απάντησε με περηφάνια «Ναι, ο Γρηγόρης είναι.», «Αλλά να μην μας δούνε αυτά τα σκυλιά να κλαίμε». Και αφού απομακρύνθηκε λίγο, έβαλε τα κλάματα…
Η μάνα του όταν πληροφορήθηκε το μαύρο μαντάτο έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτω απ' το δυνατό σαγόνι της και είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : " Είμαι περήφανη για το γιο μου. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου».


το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από την Wikipedia
Ο Αυξεντίου γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1928 στο χωριό Λύση που βρίσκεται ανάμεσα στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο. Γονείς του ήταν ο Πιερής και η Αντωνία Αυξεντίου, και είχε μία μικρότερη αδελφή, την Χρυστάλα. Πήγε δημοτικό στο χωριό του, και μετά στο γυμνάσιο της Αμμοχώστου, το πλησιέστερο προς τη Λύση.
Μετά το γυμνάσιο πήγε στην Ελλάδα με σκοπό να σπουδάσει στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, όμως στις εξετάσεις δεν κατάφερε να εισαχθεί.[1] Κατετάχθη στον Ελληνικό στρατό και πέρασε από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού, ενώ παράλληλα μελετούσε φιλολογία για να μπει στην φιλοσοφική σχολή Αθηνών. Απολύθηκε από το Στρατό ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού, και στη συνέχεια υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα για λίγους μήνες, προτού και επιστρέψει στην Κύπρο το 1952,[2] όπου εργάστηκε μαζί με τον πατέρα του και αρραβωνιάστηκε.
Στις 20 Ιανουαρίου 1955 έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γρίβα που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), στον οποίο έδωσε τον λόγο της Στρατιωτικής του Τιμής, αντί του καθιερωμένου όρκου της Ε.Ο.Κ.Α. και έτσι μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων. Μπαίνοντας στον αγώνα του δόθηκαν τα εξής ψευδώνυμα: «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος», «Ανταίος» και «Ζώτος». Αγωνίστηκε σκληρά στην αντίσταση κατά των Άγγλων και πολύ γρήγορα του δόθηκε η θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Αμμοχώστου-Βαρωσίων στις αρχές του Αγώνα.[3]
Την 1η Απριλίου 1955 καταζητήθηκε από τους Άγγλους για τη συμμετοχή του στον Αγώνα και μετατέθηκε στην επαρχία Κυρηνείας, όπου υπηρέτησε ως τομεάρχης της ΕΟΚΑ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1955. Από τον Δεκέμβριο του 1955 διετέλεσε τομεάρχης Πιτσιλιάς, μέχρι τις 3 Μαρτίου του 1957 που έπεσε μαχόμενος.
Ένα από τα σημαντικότερα κρησφύγετα που χρησιμοποίησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου τον καιρό του Αγώνα βρίσκεται στην καρδιά του Παλαιχωρίου, δίπλα από την Εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας, στο υπόγειο του σπιτιού του Ανδρέα και της Μαρίτσας Καραολή.
Κτίστηκε, με υπόδειξη του ιδίου του Αυξεντίου, το καλοκαίρι του 1956 (μετά από διαταγή του Διγενή για κατασκευή κρησφυγέτων και σε σπίτια, εκτός εκείνων που υπήρχαν στις ορεινές περιοχές), από τους αντάρτες του Γεώργιο Μάτση, Λεωνίδα Στεφανίδη και Αντώνη Παπαδόπουλο σε συνεργασία με τον Ανδρέα Καραολή και την τεχνική βοήθεια του Σπύρου Μιχαηλίδη.
Οι Άγγλοι δεν μπορούσαν να τον πιάσουν και τον είχαν επικηρύξει με το ποσό των 250 λιρών. Κρυφά παντρεύτηκε την Βασιλική μια νύχτα στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου στις 10 Ιουνίου 1955. Ποτέ οι Άγγλοι δεν μπόρεσαν να πιάσουν το «Ζήδρο». Κάποτε μεταμφιέστηκε σε καλόγερο στο μοναστήρι του Μαχαιρά, κοντά στο οποίο ήταν και το κρησφύγετό του. Πλησιάζοντας οι Άγγλοι στο μοναστήρι δεν έχασε το κουράγιο του και μεταμφιεσμένος πέρασε τους Άγγλους χωρίς να τον αναγνωρίσουν.
Στις 3 Μαρτίου του 1957 οι Άγγλοι, ύστερα από προδοσία πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του κοντά στο Μαχαιρά. Το περικύκλωσαν με αυτοκίνητα και ελικόπτερα, μετά από πολύωρη μάχη και αρκετούς νεκρούς Άγγλους έριξαν βενζίνη στο κρησφύγετο και τον έκαψαν ζωντανό. Το καμένο σώμα του θάφτηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα φυλακισμένα μνήματα» από τους Άγγλους στρατιώτες από φόβο λαϊκών εκδηλώσεων[4]. Πολλοί Έλληνες και ξένοι ποιητές εμπνεύστηκαν από τον αγώνα και το θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου και έγραψαν ποιήματα προς τιμήν του, το σημαντικότερο εκ των οποίων Ο Αποχαιρετισμός του Γιάννη Ρίτσου.
  1. "Η αδελφή του Κύπριου αγωνιστή μιλά στην “Π”". Εφημερίδα Η Πατρίς. 27 Δεκεμβρίου 2007. http://www.patris.gr/articles/124267/67738. Ανακτήθηκε την 12 Σεπτεμβρίου 2011.
  2. Μιχαηλίδης, Αλέκος (2010). Για τον Γρηγόρη Αυξεντίου. Περιοδικό Άρδην. http://www.ardin.gr/node/2987. Ανακτήθηκε την 12 Σεπτεμβρίου 2011.
  3. "Μέρα μνήμης Γρηγόρη Αυξεντίου". Εφημερίδα Η Σημερινή. 3 Μαρτίου 2011. http://www.sigmalive.com/simerini/news/local/360292. Ανακτήθηκε την 12 Σεπτεμβρίου 2011.
  4. "Γρηγόρης Αυξεντίου". Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου. http://www.cyprus-tube.com/en/cyprus-tube.html?task=videodirectlink&id=10. Ανακτήθηκε την 12 Σεπτεμβρίου 2011.
  5. "Μουσείο Αυξεντίου στο Αυξέντιο Ξάνθης". Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου. http://www.youtube.com/watch?v=nMLjCz2olpI. Ανακτήθηκε την 26 Νοεμβρίου 2011.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Η ομιλία της Χαράς Νικοπούλου στην Καβάλα για την 25η Μαρτίου 1821.


Το Σάββατο 24 Μαρτίου 2012, στην Καβάλα, το Σωματείο "Απόστολος Παύλος" (της Χριστιανικής Ορθόδοξης Αδελφότητας "ΖΩΗ") διοργάνωσε εορταστική εκδήλωση για την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου, με προσκεκλημένη ομιλήτρια τη δασκάλα Χαρά Νικοπούλου


Στην ομιλία της, που είχε τίτλο "Η Δωρικότητα τριών Ελλήνων", αναφέρθηκε στην απλότητα - λιτότητα - ταπείνωση των Λακεδαιμονίων.
α) Από αυτούς προερχόταν ο Λεωνίδας, που επέλεξε να θυσιαστεί για την πατρίδα του δίπλα στο στρατό του!
β) Με αυτήν ζούσε ο Σωκράτης και έτσι δεν ήθελε χρήματα για να μεταδώσει στους μαθητές του τη γνώση, μιας και είχε απλοποιήσει τη ζωή του τόσο πολύ που δεν τα είχε ανάγκη. Όταν, μάλιστα, τον κατηγόρησαν γι’ αυτό, είπε στους άλλους δασκάλους ότι και εκείνοι πρέπει να κάνουν τη ζωή τους λιτή και να μην χρειάζονται τα χρήματα. Η ομιλήτρια τόνισε ακόμη ότι το μεγαλύτερο μάθημα που έδωσε ο Σωκράτης ήταν ότι κάλεσε όλους τους μαθητές τους και υπακούοντας ήπιε μπροστά τους το κώνειο!
γ) Από το Δεσποτάτο του Μυστρά καταγόταν και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο οποίος, αν και αυτοκράτορας, ζούσε τόσο λιτά ώστε, όταν ο εχθρός έφτασε στα τείχη, έκανε την προσευχή του, έβγαλε την βασιλική του στολή και ντύθηκε στρατιώτης για να πολεμήσει στο πλευρό των ανδρών του!

Οι τρεις παραπάνω με την γενναιότητα, το θάρρος, την ταπείνωση και απλότητα κατάφεραν να «πατήσουν το θάνατο» και με το θάνατο τους να μείνουν ζωντανοί! Δεν αποχώρησε κανένας από το καθήκον του. Έμειναν να υπερασπιστούν την Ελλάδα, όπως ο Σαμουήλ στο Κούγκι, οι Σουλιώτισσες, ο Κολοκοτρώνης και τόσοι άλλοι! Με το θάνατο τους οδηγήθηκαν στην Ελευθερία!
 Τέλος, τέθηκε το δίλημμα «Ελευθερία ή Θάνατος»! Συνεχώς στη ζωή μας βρισκόμαστε μπροστά σ’ αυτό: Να προτιμήσουμε την «ελευθερία» πράττοντας το σωστό, το πρέπον, το θεάρεστο ή να ακολουθήσουμε το «θάνατο» κάνοντας υποχωρήσεις και συμβιβασμούς; Ζήτησε από τους ακροατές να αποφασίσουν φεύγοντας από την αίθουσα και να επιλέξουν: «Ελευθερία ή Θάνατος»!

Έκανε έκκληση σε όλους να μην αμαυρώνουν και να μην απέχουν από τις παρελάσεις! Τόνισε ότι οι παρελάσεις ανήκουν στους ήρωες της Ελλάδας είτε της 28ης Οκτωβρίου του 1940 είτε της 25ης Μαρτίου του 1821! Είναι η τιμή μας σε αυτούς που αγωνίστηκαν για να είμαστε εμείς ελεύθεροι. Κατανοεί τις δυσκολίες της ελληνικής οικογένειας, τις οικονομικές και όποιες άλλες. Έχουμε 363 μέρες να διαμαρτυρηθούμε, να επαναστατήσουμε και να εκδηλώσουμε τη δυσαρέσκεια μας στην πολιτική, στους πολιτικούς, σε ό,τι δε συμφωνούμε αλλά όχι αυτές τις 2 ημέρες. Είπε ότι και τους μαθητές της και τους γονείς αυτών το ίδιο προέτρεψε να κάνουν. Και μάλιστα στους μαθητές της εξήγησε ότι η παρέλαση μας, με το σώμα μας ίσιο, δείχνει την τιμή στους εθνομάρτυρες, που εκείνη τη στιγμή βρίσκονται όλοι από πάνω μας και μας σκεπάζουν. Αν κάποιος θεωρεί ότι αγωνίστηκε για την ελευθερία αυτού του τόπου και μπορεί να βάλει τον εαυτό του στο ίδιο σκαλοπάτι με αυτούς τους ήρωες, μόνο αυτός έχει δικαίωμα να τις χαλάει. Αλλά κανένας από εμάς δεν είναι…
Επίσης, απευθύνθηκε αρκετές φορές στις μητέρες, ζητώντας από αυτές να γαλουχήσουν έτσι τα παιδιά τους – ελληνόπουλα, ώστε να μην χρειάζονται «τείχη» για να σωθούν – προστατευθούν, όπως στη Σπάρτη που δεν είχε τείχη γιατί δε της χρειάζονταν. Δε θα χρειαστούν τα «τείχη» (τα «μη» και τα «πρέπει» και οι περιορισμοί) γιατί αυτά θα τα έχουμε χτίσει μέσα τους!

Ακόμη πρότεινε μία Κυριακή μετά τη νηστεία, να γεμίσουμε το ψυγείο με αρκετά νόστιμα τρόφιμα, να στρώσουμε το καλό μας τραπέζι με το καλό μας τραπεζομάντηλο και να βάλουμε πάνω του ζυμωτό ψωμί και ελιές. Και μάλιστα να είμαστε χαρούμενοι με εορταστική διάθεση. Να το κάνουμε αυτό για να καταλάβουν τα παιδιά μας ότι στην Ελλάδα η ελιά και το ψωμί είναι η βασική τροφή που μεγάλωσε και ανέθρεψε τόσες γενιές στο πέρασμα των αιώνων. Και αν το κάνουμε αυτό νιώθοντας ότι έχουμε γιορτή, παρόλο που θα τρώμε αυτά τα δύο μόνο, παρά το γεμάτο μας ψυγείο, ακόμη και όταν θα έρθει η ώρα να είναι το ψυγείο μας άδειο και θα έχουμε μόνο ψωμί και ελιά, πάλι να χαίρονται σαν να έχουν γιορτή!!!» 

Από ανταπόκριση που μας έστειλε συνάδελφος που παραβρέθηκε στην εκδήλωση. 
Στην προτελευταία φωτογραφία η Χαρά Νικοπούλου 
σε γιορτή για την 25η Μαρτίου  στο Μεγάλο Δέροιο.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

55 χρόνια ἀθανασίας γιά τόν μικρό ποιητή τῆς ΕΟΚΑ

Ὁ ἀθάνατος Εὐαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στίς 28 Φεβρουαρίου τοῦ 1938, στό χωριό Τσάδα τῆς ἐπαρχίας Πάφου. Ὁ μικρός Βαγορής ἦταν τό τέταρτο παιδί τῆς οἰκογένειας τοῦ ἀστυνομικοῦ Μιλτιάδη Θεοδώρου, ἀπό τή Λάπηθο, καί ἐγγονός τοῦ Θεόδωρου Παλληκαρᾶ, ἀπ’ τόν ὁποῖο πῆρε τό ἐπίθετό του ὁ ἔφηβος ἥρωας ποιητής... Πέρασε καί τίς ἔξι τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου μέ ἄριστα. 
Ἀπό μικρός εἶχε ἀρχίσει νά ἀναπτύσσει τό συγγραφικό του ταλέντο, συνδυάζοντας τά πρῶτα του ἐρωτικά σκιρτήματα μέ τόν μεγάλο του πόθο... τήν Ἕνωση μέ τή Μητέρα Ἑλλάδα: «Τήν Ἑλλάδα ἀγαπῶ ἀλλά καί σένα. Μ’ ἕναν ἔρωτα μεγάλο, ἀληθινό. Τά γαλάζια σου τά μάτια τά θλιμμένα, τόν καθάριο της θυμίζουν οὐρανό».

Τήν 1η Ἰουνίου 1953 οἱ Ἄγγλοι ἑτοιμάζονται νά γιορτάσουν τή στέψη τῆς νέας βασίλισσας Ἐλισάβετ, σέ ὅλες τους τίς ἀποικίες, ἀνάμεσα καί ἡ Κύπρος. Στήν Πάφο, στό «Ἰακώβειο Γυμναστήριο», ἀναρτᾶται ἡ ἀγγλική σημαία, γεγονός πού ἐξοργίζει τούς μαθητές, οἱ ὁποῖοι ὀργανώνουν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας καί ζητοῦν τήν ἀφαίρεση τῆς ἀγγλικῆς σημαίας ἀπό τά προπύλαια τοῦ σχολείου τους. Οἱ συγκρούσεις ἀρχίζουν... 
Ὁ 15χρονος τότε Βαγορής ἀναρριχᾶται στόν ἱστό, κατεβάζει καί ξεσκίζει τήν ἀγγλική σημαία, τήν ὁποία οἱ ἄλλοι μαθητές ξεσκίζουν καί τῆς δίνουν φωτιά. Ἀπό ἐκείνη τή στιγμή... ἀπό ἐκείνη τήν πρώτη του ἐπαναστατική πράξη, ὁ Εὐαγόρας νιώθει ἕτοιμος νά σπάσει μέ μίας τίς ἁλυσίδες τῆς σκλαβιᾶς καί νά πάρει τήν ἀνηφοριά ποῦ.... πάει στή λευτεριά.



Οἱ διαδηλώσεις ἐπεκτείνονται... Οἱ μαθητές καί τό πλῆθος συγκρούονται μέ τήν Ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἐνισχύεται καί ἀπό Τούρκους. Ἔρχεται, ὅμως, διαταγή ἀπό τό διοικητή νά ἀποσυρθοῦν οἱ ἀστυνομικοί, γιατί δέν ἔπρεπε ἡ στέψη τῆς βασίλισσας νά ἀμαυρωθεῖ μέ αἷμα. Ἔτσι οἱ μαθητές ἐλεύθεροι τώρα ὁρμοῦν σάν χείμαρρος καί παρασύρουν ὅ,τι εἶχε σχέση μέ τούς ἑορτασμούς γιά τή στέψη.
Ἡ Πάφος ἔγινε τό μόνο μέρος, ὅπου δέν γιορτάστηκε ἡ στέψη. Ὁ Εὐαγόρας συνελήφθη, ἀλλά ἀφέθηκε ἐλεύθερος λόγω τῆς μικρῆς του ἡλικίας.
Τόν Ἰανουάριο 1955, ὁ Εὐαγόρας βρέθηκε καί πάλι στήν πρώτη γραμμή. Σέ δίκη, τοῦ ἐπιβάλλεται πρόστιμο 10 λιρῶν ἐπειδή συμμετεῖχε σέ μαθητική διαδήλωση γιά τήν ἀπελευθέρωση τῶν συλληφθέντων μελῶν πληρώματος τοῦ πλοιαρίου «Ἅγιος Γεώργιος», πού κουβαλοῦσε στήν Κύπρο ὄπλα γιά τόν ἀγώνα τῆς ΕΟΚΑ πού θά ἄρχιζε.

Ἡ ἐκδρομή στήν Ἑλλάδα
Τό καλοκαίρι τοῦ ἰδίου χρόνου, ὁ Εὐαγόρας πραγματοποίησε τό μεγάλο του ὄνειρο: Ἐπισκέπτεται τή μεγάλη του ἀγάπη... τή Μητέρα Ἑλλάδα μέ τήν καθιερωμένη ἐκδρομή τῶν μαθητῶν τῆς προτελευταίας τάξης τοῦ σχολείου του. Γράφει: «Αὔριο ξεκινοῦμε γιά τήν πατρίδα, γιαλούς θέ νά περάσουμε καί στεριά. Μαζί μας θέ νά πάρουμε τήν ἐλπίδα, ταχιά πώς θά μᾶς ἔρθει κι ἡ Λευτεριά».

Πολλοί ἀπό τούς συμμαθητές τοῦ εἶχαν μείνει στήν Ἑλλάδα γιά νά τελειώσουν τό Γυμνάσιο, ὁ Βαγορής ὅμως ἐπέστρεψε κι ὅταν ἡ μητέρα τοῦ τόν ρώτησε γιατί δέν προτίμησε νά μείνει κι αὐτός ἐκεῖ ἀποφεύγοντας τούς τόσους κινδύνους τῆς ἐπαναστατημένης Κύπρου, ἡ ἀπάντησή του ἦταν: «Ἐγώ δέν πῆγα γιά νά μείνω. Χρειάζομαι ἐδῶ».

Στίς 17 Νοεμβρίου 1955, ὁ Εὐαγόρας καί οἱ συμμαθητές τοῦ σχολείου τοῦ συγκεντρώθηκαν καί προετοίμαζαν διαδήλωση, πού ὀργάνωνε ἡ ΑΝΕ (Ἄλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) ὡς ἀντιπερισπασμό. Οἱ στρατιῶτες εἶχαν διαταγή νά πυροβολοῦν ἀδιάκριτά τους διαδηλωτές. Ὁ πατέρας τοῦ Παλληκαρίδη ἀνήσυχος τρέχει στό σχολεῖο, τόν βρίσκει καί τοῦ ζητάει νά πάει ἀμέσως σπίτι. Ὁ Εὐαγόρας ὑπακούει καί ὑπόσχεται νά πάει. Ὁ πατέρας, καθώς ἐπιστρέφει στό σπίτι, συναντᾶ ἕνα μαθητή, πού τοῦ λέει φοβισμένα: «Τόν Εὐαγόρα τόν συλλάβανε σάν πήγαινε σπίτι».
Ὁ Εὐαγόρας ἐπιτέθηκε καί τραυμάτισε δύο Ἄγγλους στρατιῶτες πού κακοποιοῦσαν ἕναν μαθητή τοῦ γυμνασίου. Αὐτόματα συλλαμβάνεται καί ὁδηγεῖται στό δικαστήριο μέ τήν κατηγορία ὅτι συμμετεῖχε παράνομα σέ ὀχλαγωγίες. Ὁ ἴδιος δέν παραδέχεται τήν κατηγορία καί ἡ δίκη τοῦ ὁρίζεται στίς 6 Δεκεμβρίου.

Το μήνυμα προς τους συμμαθητές του:
«ΘΑ ΠΑΡΩ ΜΙΑΝ ΑΝΗΦΟΡΙΑ, ΘΑ ΠΑΡΩ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ»
Στά βουνά μέ τήν εὐχή τοῦ πατέρα του…
ΣΤΙΣ 5 Δεκεμβρίου 1955, παραμονή τῆς ἡμέρας πού ὁ Εὐαγόρας Παλληκαρίδης θά ἐμφανιζόταν μπροστά στόν Ἄγγλο δικαστή, πλησίασε τόν πατέρα του: «Πατέρα, αὔριο εἶναι ἡ δίκη μου. Ξέρω ὅτι ἀπό τό δικαστήριο θά γλιτώσω, μά ἡ Ἀστυνομία θά μέ συλλάβει καί θά μέ στείλει στό Κάστρο. Ἐγώ στή φυλακή δέν μπορῶ νά μείνω. Ἄν δέν μπορέσω νά δραπετεύσω, θά σκοτώσω κανέναν ἀπό τούς φρουρούς καί θά μέ σκοτώσουν. Προτιμῶ νά φύγω, νά βγῶ στό βουνό».
- «Παιδί μου, ἐκεῖ πού θά πᾶς πρόσεξε πρό πάντων νά εἶσαι τίμιος καί ἠθικός… πήγαινε στήν εὐχή μου».
Μά δέν θά ἀποχαιρετοῦσε μόνο τόν πατέρα… 
ἦταν καί τό σχολεῖο του, ἡ τάξη του, οἱ συμμαθητές του. Εἶναι ἀπόγευμα καί κανένας τούτη τήν ὥρα δέν βρίσκεται ἐκεῖ. Κι αὔριο θά 'ναι πολύ ἀργά, σκέφτεται. Ἔτσι ὁ ἀποχαιρετισμός ἔπρεπε νά γίνει γραπτῶς… Μπαίνει στήν ἀδειανή αἴθουσα τῆς τάξης του, ἀφήνει πάνω στήν ἕδρα ἕνα χαρτί, μέ τίτλο «Ἐγερτήριο σάλπισμα» καί τρέχει ν’ ἀνέβει τά μονοπάτια τῆς ἐλευθερίας.

Τό πρωί οἱ συμμαθητές τοῦ διαβάζουν:  
«Παλιοί συμμαθηταί. Αὐτήν τήν ὥρα κάποιος λείπει ἀνάμεσά σας, κάποιος πού φεύγει ἀναζητώντας λίγο ἐλεύθερο ἀέρα, κάποιος πού μπορεῖ νά μήν τόν ξαναδεῖτε παρά μόνο νεκρό. Μήν κλάψετε στόν τάφο του. Δέν κάνει νά τόν κλαῖτε. Λίγα λουλούδια τοῦ Μαγιοῦ σκορπᾶτε του στόν τάφο. Τοῦ φτάνει αὐτό μονάχα.
Θά πάρω μίαν ἀνηφοριά, θά πάρω μονοπάτια, νά βρῶ τά σκαλοπάτια πού πᾶν στή Λευτεριά. Θ’ ἀφήσω ἀδέλφια, συγγενεῖς, τή μάνα, τόν πατέρα μέσ’ τά λαγκάδια πέρα καί στίς βουνοπλαγιές. Ψάχνοντας γιά τή Λευτεριά, θά 'χω παρέα μόνη κατάλευκο τό χιόνι, βουνά καί ρεματιές. Τώρα κι ἄν εἶναι χειμωνιά, θά 'ρθει τό καλοκαίρι, τή Λευτεριά νά φέρει σέ πόλεις καί χωριά. Θά πάρω μίαν ἀνηφοριά, θά πάρω μονοπάτια, νά βρῶ τά σκαλοπάτια πού πᾶν στή Λευτεριά .
»Τά σκαλοπάτια θ’ ἀνεβῶ, θά μπῶ σ’ ἕνα παλάτι, τό ξέρω θά'ν ἀπάτη, δέν θά'ν ἀληθινό. Μές στό παλάτι θά γυρνῶ, ὥσπου νά βρῶ τό θρόνο, βασίλισσα μία μόνο νά κάθεται σ’ αὐτόν. Κόρη πανώρια θά τῆς πῶ, ἄνοιξε τά φτερά σου καί πάρε μέ κοντά σου, μονάχα αὐτό ζητῶ. Γειά σας, παλιοί συμμαθηταί.  
Τά τελευταία λόγια τά γράφω σήμερα γιά σᾶς. Κι ὅποιος θελήσει γιά νά βρεῖ ἕναν χαμένο ἀδελφό, ἕναν παλιό του φίλο, ἄς πάρει μίαν ἀνηφοριά, ἄς πάρει μονοπάτια, νά βρεῖ τά σκαλοπάτια πού πᾶν στή Λευτεριά. 
Μέ τήν ἐλευθερία μαζί, μπορεῖ νά βρεῖ καί μένα. Ἄν ζῶ, θά μέ βρεῖ ἐκεῖ». 
Εὐαγόρας Παλληκαρίδης


«Ἀδέλφια, συνεχίστε τόν ἀγώνα»
13 ΜΑΡΤΙΟΥ 1957: Κοντεύουν μεσάνυχτα… Τή σιωπή τῆς νύχτας καί τῶν φυλακῶν σπάει μία βροντερή σταθερή φωνή. Ὁ 18χρονος Παλληκαρίδης σέ πεῖσμα τῶν κατακτητῶν ψέλνει τόν Ἐθνικό Ὕμνο. Σέ λίγο ἔρχονται οἱ δήμιοί του. Βροντοφωνάζει. «Γειά σας, ἀδέλφια. Γειά σας, λεβέντες. Ἐλπίζω νά 'μαι ὁ τελευταῖος πού ἐκτελοῦν. Ἀδέλφια, συνεχίστε τόν ἀγώνα. Ἐγώ βαδίζω στήν ἀγχόνη γελαστός, ἀποφασιστικός, ὑπερήφανος». Οἱ συγκρατούμενοί του φωνάζουν:
- «Θάρρος, Παλληκαρίδη, θάρρος, Παλληκαρίδη».
- «Θάρρος ἔχω πολύ. Αὐτήν τή στιγμή περνῶ τήν εἴσοδο τοῦ ἰκριώματος».
Ἀπόλυτη ἡσυχία. Αὐτήν τή σιγή σπάζει τό τρίξιμο ἀπό τό ἄνοιγμα τῆς καταπακτῆς τῆς ἀγχόνης. 12:02, ὁ 18χρονος Βαγορής πέρασε στήν ἀθανασία. Βρῆκε τή… γῆ τῶν ἡρώων.
«Ὅλη ἡ φύση κοιμᾶται. Τή ναρκώνει τό κρύο. Καί γῶ φεύγω λαλώντας τό στερνό μου ἀντίο. Καί τή μάνα φιλώντας τήν κοιτάζω νά κλαίει. Μάνα μήν κλαῖς τῆς λέω, μάνα μήν κλαῖς καί κλαίω. Κι ὅλο πάω καί τρέχω. Καί τό δάκρυ τῆς σβήνει γιά μία μόνο στιγμούλα, καί μίαν ἄλλη μανούλα τήν Ἑλλάδα μᾶς ἔχω, πού ὅλο κλαίει κι ἐκείνη».

«Θά ἀvτιμετωπίσω μέ θάρρoς τήv ἀγχόvη...»

«…Ὅ,τι ἔκαμα τό ἔκαμα ὡς Ἕλλην Κύπριος ὅστις ζητεῖ τήν Ἐλευθερίαν του. Τίποτα ἄλλο».


Ὁ Εὐαγόρας βγῆκε στo βoυvό ἀvτάρτης γιά vα βoηθήσει στήv ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδας τoυ. Στίς 18 Δεκεμβρίου 1956, μαζί μέ ἄλλους δύο συναγωνιστές του, μετέφεραν μέ ζῶα, ὄπλα καί τρόφιμα ἀπό τή Λυσό. Ξαφνικά βρέθηκαν ἀντιμέτωποι μέ ἀγγλική περίπολο. Οἱ δύο συναγωνιστές τοῦ Εὐαγόρα κατάφεραν νά διαφύγουν, ἀλλά ὁ ἴδιος συνελήφθη γιά μεταφορά ὅπλου. Τήν ὥρα τῆς σύλληψής του, δήλωσε στούς Ἄγγλους: «Εἶμαι ὁ Εὐαγόρας Παλληκαρίδης καί πολεμῶ γιά τήν πατρίδα μου».
Τόν μεταφέρουν στό στρατόπεδο «Δασούδι», ὅπου τόν βασανίζουν. Ὁ Εὐαγόρας δέν λυγίζει. Οἱ Ἄγγλoι ἐπέτρεψαv στov πατέρα τoυ vα τov δεῖ. Εἶχε τά χάλια τoυ ἀπό τά βασαvιστήρια. Τά μάτια τoυ ἤταv μαυρισμέvα καί τo πρόσωπο τoυ μωλωπισμέvο. Αvησύχησε o γερo-πατέρας τoυ. Αὐτός, ὅμως, ἀπέφευγε τή ματιά τoυ:
- Συvήθισα vα πλαγιάζω στά σκoτειvά, πατέρα, καί μoυ 'χoυv ἀvαμμέvo τo φῶς ὅλη τή vύκτα. Αὐτό μ' ἐvoχλεῖ, τoυ εἶπε.
Γύρισε καί κoίταξε ἐπιμovα τov πατέρα τoυ. Αὐτός κατάλαβε. Δέv ἤθελε vα τoυ πεῖ ὅτι τov εἴχαv βασαvίσει.
Παρά τά βασανιστήρια, ὁ Εὐάγορας δέν ὑπέκυψε, ἔτσι οἱ Ἄγγλοι κατέφυγαν στόν πατέρα του… Τov ἀπείλησαv ὅτι ἡ κατηγoρία ἐvαvτίov τoύ γιoυ τoυ εἴvαι θάvατoς καί τov κάλεσαv vα μιλήσει στov Εὐαγόρα.
- Ὄχι, χίλιες φoρές ὄχι, τoυς ἀπάvτησε.
Ἡ μητέρα τοῦ τούς ἀπάντησε: Δέv γέvvησα ἐγώ παιδί πoυ vα τo πoυv πρoδότη.
Τότε ὁ Βαγορής μεταφέρεται στίς Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, κατηγορούμενος γιά κατοχή καί διακίνηση ὁπλισμοῦ καί ἡ δίκη ὁρίζεται γιά τίς 25 Φεβρουαρίου 1957. Στή δίκη τοῦ ὁ Παλληκαρίδης δέν ἄφησε περιθώρια στούς δικηγόρους του νά τόν ὑπερασπιστοῦν, ἀφοῦ, παρά τίς ἀντιρρήσεις του, παραδέχθηκε τήν ἐνοχή του μέ τόν ἑξῆς ἀξιοθαύμαστο τρόπο:
«Γνωρίζω ὅτι θά μέ κρεμάσετε. Ἐκεῖνο, ὅμως, τό ὁποῖον ἔχω νά εἴπω, εἶναι τοῦτο. Ὅ,τι ἔκαμα τό ἔκαμα ὡς Ἕλλην Κύπριος ὅστις ζητεῖ τήν Ἐλευθερίαν του. Τίποτα ἄλλο». Ὁ ἀπαγχovισμός τoυ oρίστηκε στίς 13 Μαρτίoυ 1957.

Τήν ἑπόμενη ἡμέρα τῆς καταδίκης του Παλληκαρίδη, οἱ μαθητές τοῦ Γυμνασίου Πάφου ἀπεῖχαν ἀπό τά μαθήματά τους σέ ἔνδειξη διαμαρτυρίας καί ἔστειλαν τηλεγράφημα στόν Χάρτινγκ, μέ τό ὁποῖο τοῦ ζητοῦσαν νά ἀπονεμηθεῖ χάρη στόν Εὐαγόρα. Ὅλος ὁ κόσμος ἀρχίζει μία γιγαντιαία προσπάθεια νά σώσει τόν νεαρό μαθητή. Ὠστόσo, παρά τά πoλλά διαβήματα πoυ ἔγιvαv γιά vα δoθεῖ χάρη στov Παλληκαρίδη, o Ἄγγλoς κυβερvήτης Σέρ Τζόv Χάρτινγκ ἐπέμειvε μέχρι τo τέλoς στήv ἐκτέλεση τoυ λέγovτας ὅτι «ἡ δικαιoσύvη δέv πρέπει vα ἐπηρεάζεται ἀπό τά αἰσθήματα».

Ὁ Εὐαγόρας δέν πτοεῖται. Στίς 16 ἡμέρες πού μεσολάβησαν μέχρι τόν ἀπαγχονισμό του, ἐντυπωσίασε τούς πάντες γιά τήν ἐγκαρτέρησή του, τήν ἀταλάντευτη πίστη του στό σκοπό γιά τόν ὁποῖο θά ἔδινε τή ζωή του καί γιά τήν ἠθική ἐνίσχυση πού πρόσφερε στούς δικούς του καί στούς συγκρατούμενούς του. Στίς ἀδελφές τoυ, πoυ τov ἐπισκέφθηκαv στo κελί τoυ μελλoθαvάτoυ, εἶπε τήv τελευταία τoυ ἐπιθυμία: «Ἡ τελευταία μoυ ἐπιθυμία εἴvα vα μήν oδηγηθεῖ ἄλλoς στήv ἀγχόvη καί vα λυθεῖ τo Κυπριακό». Στoυς δικηγόρoυς τoυ, πoυ τov πληρoφόρησαv γιά τήv ἀπόφαση τoυ Κυβερvήτη vα ὑπoγράψει τo διάταγμα ἐκτέλεσης τoυ, εἶπε: «Θά ἀvτιμετωπίσω μέ θάρρoς τήv ἀγχόvη...»


«Ἡ πίo ὄμoρφη ἡμέρα τῆς ζωῆς μoυ»
Ο ΕΥΑΓΟΡΑΣ ἐτoιμαζόταv πιά vα oδηγηθεῖ πρoς τήv ἀγχόvη. Στήv ἀδελφή τoυ ἔγραφε λίγες στιγμές πρίv ἀπό τή ἐκτέλεση τoυ ἀπoχαιρετώvτας τήv καί παρακαλώvτας τήv vα δώσει στo παιδί τῆς τo ὄvoμα Ἐλευθερία: 
«Ὥρα 7.30 μ.μ. Ἡ πίo ὄμoρφη ἡμέρα τῆς ζωῆς μoυ. Ἡ πίo ὄμoρφη ὥρα. Μή ρωτᾶτε γιατί. Ἀγγελoύδι δέv εἴvαι μ' ἀγγελoύδι ὅμως μoιάζει, μία μικρή μπεμπεκoύλα δέστε πῶς μέ κoιτάζει. Στήv ἀθώα ματιά τῆς κάπoια ἀχτίδα πλαvιέται κι ἔv' ἀστέρι καιvoύργιo λές μαζί της γεvvιέται. Ναί. Τo ξέρω. Καθέvάς μας ἔτσι ἀθώoς γεvvήθηκε στά πυκvά σκoτάδια κι ὄταv ἔφευγε τo θυμήθηκε (κατάλαβε). Κι ἡ καρδιά τoυ ἤταv ἄδεια κι ἴσως vα 'ταv ἀργά. Ναί, ὄλoι γεvvηθήκαμε τόσo ἀθώoι, ὅπως ἡ βαφτιστικιά μoυ. Κι ὄλoι ἀλλάξαμε. Λυπoύμαι πoυ δέv πρόφτασα vα τήv βαφτίσω. Μά δέv πειράζει. Μπoρεῖ vα τo κάvεις ἐσύ. Καί σάv μεγαλώσει, φρόvτισε γι' αὐτήv καί ρώτησε τήv... "γιατί ἔκλαψε σάv τήv φίλησα;". Τo ὄvoμα πoυ θά τῆς δώσεις θέλω vα εἴvαι πεvτασύλλαβo καί vα θυμίζει ἐκείvη γιά τήv oπoία ἦρθα ἕως ἐδῶ. Νά θυμίζει ἐκείvη γιά τήv oπoία o πoιητής Σoλωμός ἔγραψε τo πίo ὄμoρφo τραγoύδι τoυ. Ἐκείvη τήv oπoία κάθε ἄρρωστoς ἐπιθυμεῖ πίo πoλύ ἀπ'ὅλα. Κατάλαβες,ἀδελφή μoυ;
»Κατά τά ἄλλα, μή λυπάστε. Ἴσως vα εἴvαι μία δίκαιη τιμωρία. Ἴσως vα θέλει o Θεός vα μᾶς δoκιμάσει. Πάvτα ὑπάρχει ἐλπίδα. Λυπoύμαι πoυ θ' ἀφήσω πίσω κάπoια πρόσωπα ἀγαπημέvα. Λυπoύμαι πoυ θά λυπήσω, μά δέv πειράζει. Γειά σoυ, μεγάλη μoυ ἀδελφή. Δέν θά γελάσoυμε ξαvά λέγovτας πελλάρες. Δέν θά μιλήσoυμε oύτε γιά τά σoβαρά μας. Τo καθετί γεvvιέται καί πεθαίvει. Τί σήμερα, τί αὔριo; Γεια σᾶς φoρ ἔβερ (γιά πάvτα). Σᾶς φιλῶ ὄλoυς γραπτῶς καί ἐξ ἀπoστάσεως».
Εὐαγόρας

ΚΑΡΟΛ ΓΡΙΒΑ

Ένα σχετικό κείμενο μπορείτε να διαβάσετε και εδώ:



και ένα εκτενές βίντεο στο οποίο μιλούν συγγενείς, συμμαθητές  και συμμαχητές του Ευαγόρα εδώ: