Εμείς θέλουμε να προσφέρουμε στην Εκκλησία με την προϋπόθεση οι ενέργειές μας να έχουν απτό αποτέλεσμα, και μάλιστα όσο θα είμαστε εν ζωή, και εί δυνατόν να τιμηθούμε γι’ αυτό!
Κάποια στιγμή η συζήτηση πέρασε στο «δέον γενέσθαι». Στη θλιβερή διαπίστωση ότι «δεν γίνεται τίποτα, δεν υπάρχει σωτηρία», αντέταξα μια πιο αισιόδοξη άποψη: ότι αν σε κάθε επίπεδο της εκκλησιαστικής ζωής βρεθεί ένα μικρό αλλά ενεργό λείμμα, κλιμακηδόν, από τους επιτρόπους, τους νεωκόρους, τους ψάλτες, τους θεολόγους, τους μοναχούς, τους διακόνους, τους παπάδες, και τέλος τους δεσποτάδες, και αν το λείμμα αυτό αντισταθεί σθεναρά μέχρι εσχάτων, η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Ο λαός θα ακολουθήσει, ο Θεός θα συγκινηθεί, θα στείλει τη Χάρη Του και θα αλλάξει η κατάσταση προς το καλύτερο.
Κατευθείαν ο μοναχός της παρέας αντέδρασε λέγοντας: «Και τι θα κάνει ένας δεσπότης αν αντιδράσει φανερά στο Κολυμπάρι; Σε μία εβδομάδα θα τον φάνε! Δεν είδες τί έπαθε ο Τυχικός;».
Εκείνη τη στιγμή σαν να με διαπέρασε ρεύμα, ένας παράδοξος ενθουσιασμός.
Το μυαλό μου πέταξε εν ριπή οφθαλμού στον αγαπημένο μου Άγιο Δημήτριο, που τη ζωή και την εποχή του είχα μελετήσει παλαιότερα.
«Μα αυτό θέλουμε!», αναφώνησα, «να τον φάνε!». Με κοίταξαν όλοι με απορία, σαν να είπα τη μεγαλύτερη ανοησία.
Μέσα σε παροξυσμό ενθουσιασμού συνέχισα: «Αναλογιστείτε, αδερφοί μου, αν ήμασταν σήμερα στη Θεσσαλονίκη του 303 μ.Χ., την ημέρα που ο καίσαρας Γαλέριος επέστρεφε στην πόλη μετά από νικηφόρα εκστρατεία, αναμένοντας τις καθιερωμένες θυσίες και τιμές από τον ανώτατο αξιωματικό του Δημήτριο. Εμείς, οι φίλοι του Αγίου Δημητρίου, τι θα του λέγαμε; “Δημήτριε, λυπήσου το κατηχητικό σου έργο, τους μαθητές σου· όλη η χριστιανική Θεσσαλονίκη σε έχει πατέρα και προστάτη· κρύψου, φύγε, προσποιήσου, κέρδισε χρόνο, η Εκκλησία σε χρειάζεται”. Αυτά δεν θα του λέγαμε;
Και τελικά τι έκανε εκείνο το ηρωικό παλικάρι; Επιδεικτικά στάθηκε μέσα στη Χαλκευτική Στοά, 300 μέτρα από το στάδιο και 500 από το Παλάτι του Γαλερίου, και κήρυττε Χριστό! Σε μία μέρα τον συνέλαβαν, τον ανέκριναν, τον φυλάκισαν, τον σκότωσαν!».
Όχι μία εβδομάδα, σε μία μόνο μέρα τον εξόντωσαν. Η ρωμαϊκή εξουσία τον συνέθλιψε, τον εξαφάνισε. Καμία κοσμική δόξα δεν είχε το μαρτύριο του Αγίου. Άφησε την τελευταία του πνοή και το σώμα του κύλισε στα βρομόνερα ενός λουτρού. Καμία φανερή αλλαγή δεν προέκυψε. Ο διωγμός που μόλις άρχιζε συνεχίστηκε για άλλα δέκα χρόνια.
Κι όμως, πνευματικά το κέρδος ήταν ανυπολόγιστο. Ο Δημήτριος δίδαξε δια του παραδείγματος, διά της εθελούσιας θυσίας. Οι χριστιανοί αναθάρρησαν. Ο άγιος άρχισε να θαυματουργεί. Η πόλη κέρδισε τόσο πνευματικό κεφάλαιο, τόση Χάρη, που σύντομα έγινε όλη χριστιανική και ο Δημήτριος προστάτης της. Εν τέλει ο Δημήτριος ευεργέτησε ανυπολόγιστα περισσότερο την πόλη μας με το μαρτύριό του παρά με το υπόλοιπο έργο του.
Ποιο είναι το πρόβλημα, λοιπόν, σήμερα; Ότι εμείς θέλουμε να προσφέρουμε στην Εκκλησία με την προϋπόθεση οι ενέργειές μας να έχουν απτό αποτέλεσμα, και μάλιστα όσο θα είμαστε εν ζωή, και εί δυνατόν να τιμηθούμε γι’ αυτό! Δεν υπάρχει πια άδολη, θυσιαστική αγάπη για την Εκκλησία και τον Χριστό. Γι’ αυτό, αν και υπάρχουν ακόμα καλοί κληρικοί, φοβούνται. Θέλουν αποτέλεσμα εδώ και τώρα μετ’ επαίνων, με το μίνιμουμ κόπου και μαρτυρίου. Γι’ αυτό θέλουμε να βγουν κάποιοι μπροστά, για να τους φάνε και να δουν οι πολλοί πώς αγιάζει ο χριστιανός».
Μάλλον παρασύρθηκα από τον ενθουσιασμό μου υπέρ το δέον και οι συνομιλητές μου έμειναν για λίγο σιωπηλοί, κουνώντας το κεφάλι τους. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να ειπωθεί για το θέμα αυτό και σύντομα η κουβέντα πήγε αλλού.
Ο δικός μου νους έμεινε για λίγο ακόμα στον Άγιο Δημήτριο και στον μακαριστό γέροντά μου παπα-Νικόλα που βγήκε μπροστά, φυσικά και άδολα. Έμεινα να ακούω τους άλλους αδιάφορα και μέσα μου να παρακαλώ: «Στείλε μας, άγιέ μου Δημήτριε, εκκλησιαστικούς άνδρες σαν εσένα: θαρραλέους και διακριτικούς, σοφούς και πρακτικούς, εργατικούς στα καλά έργα και πρόθυμους στο μαρτύριο. Θεέ μου, σώσε την Εκκλησία σου».




































