Η ΜΗ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ - Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΩΣ ΠΑΝΑΙΡΕΤΙΚΗ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΑΥΕΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΣ -
ΑΠΟ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΤΟΥ
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΕΙ
ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ
Ή
ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΕΙ
ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΠΊΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ
ΤΗΣ ΠΡΕΠΟΥΣΑΣ ΣΕ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ ΤΙΜΗΣ ΠΡΟΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ;
Του
Ερώτηση: Με δεδομένο ότι, μετά τη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» της Κρήτης, ένας Μητροπολίτης από τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν σε αυτήν, αν υποτεθεί ότι έχει ορθόδοξο φρόνημα, αλλά, συμβιβαζόμενος με τις «συνοδικές» αποφάσεις της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης, μνημονεύει την προϊσταμένη του αρχή (π.χ. με δεδομένο ότι ένας Μητροπολίτης από τις λεγόμενες Νέες Χώρες της Βόρειας Ελλάδος, αν υποτεθεί ότι έχει ορθόδοξο φρόνημα, αλλά μνημονεύει τις προϊσταμένες του αρχές, ήτοι τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος), αν ένας υφιστάμενός του, ιερομόναχος ή ιερέας, παύσει το μνημόσυνο του εν λόγω Μητροπολίτη, τότε ο ιερομόναχος ή ο ιερέας διαπράττει το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα του σχίσματος ή όχι ;
Απάντηση: Σαφώς όχι, για τους εξής λόγους:
1 – Οι κανόνες που είναι συναφείς με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι οι Κανόνες 13, 14 και 15 της Πρωτοδευτέρας (ή ΑΒ) Συνόδου επί Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Κανόνας 13 της ΑΒ Συνόδου ορίζει: «Αφού ο παμπόνηρος έριξε στην Εκκλησία του Χριστού τους σπόρους των αιρετικών ζιζανίων και τους βλέπει να κόβονται σύρριζα με το μαχαίρι του Πνεύματος, μεταχειρίστηκε άλλη μέθοδο προσπαθώντας να διαιρέσει το Σώμα του Χριστού με τη μανία των σχισματικών. Η Αγία Σύνοδος, όμως, αναχαιτίζοντας ολοκληρωτικά και αυτήν την επιβουλή του, όρισε από εδώ και στο εξής, αν κάποιος πρεσβύτερος ή διάκονος τολμήσει, επειδή τάχα έχει κατηγορήσει τον επίσκοπό του για κάποια εγκλήματα, να απομακρυνθεί από την κοινωνία του πριν από τη συνοδική απόφαση και εξέταση και την αμετάκλητη καταδίκη του, και δεν αναφέρει το όνομά του στις ιερές ευχές των λειτουργιών σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, αυτός να υπόκειται σε καθαίρεση και να στερείται από κάθε ιερατική τιμή. Διότι αυτός που είναι ταγμένος στην τάξη του πρεσβυτέρου και που αρπάζει την κρίση των μητροπολιτών και που καταδικάζει, όσο εξαρτάται από αυτόν, ο ίδιος πριν από την κρίση τον πατέρα του και επίσκοπο, αυτός δεν είναι άξιος ούτε για την τιμή ή την ονομασία του πρεσβυτέρου. Και όσοι τον ακολουθούν, αν είναι κάποιοι από τους ιερωμένους, να χάνουν και αυτοί την δική τους τιμή, και αν είναι μοναχοί ή λαϊκοί, να αφορίζονται πλήρως της Εκκλησίας, μέχρι που να απορρίψουν τη σχέση τους με τους σχισματικούς και να επιστρέψουν στον επίσκοπό τους».
Ο Κανόνας 14 ΑΒ Συνόδου προβλέπει: «Αν κάποιος επίσκοπος, χρησιμοποιώντας μια πρόφαση εναντίον του μητροπολίτη του, πριν τη συνοδική κρίση, απομακρυνθεί από την κοινωνία με αυτόν και δεν αναφέρει το όνομά του, σύμφωνα με τη συνήθεια, στη θεία μυσταγωγία, η Αγία Σύνοδος όρισε να καθαιρείται αυτός, αν, μόνον απομακρυνόμενος από τον δικό του μητροπολίτη, δημιουργήσει σχίσμα. Διότι πρέπει καθένας να γνωρίζει τα όριά του, και ούτε ο πρεσβύτερος να περιφρονεί τον δικό του επίσκοπο ούτε ο επίσκοπος τον δικό του μητροπολίτη».
Ο Κανόνας 15 ΑΒ Συνόδου διαλαμβάνει: «Όσα ορίστηκαν για πρεσβυτέρους και επισκόπους και μητροπολίτες, αρμόζουν πολύ περισσότερο και για πατριάρχες. Επομένως, αν κάποιος πρεσβύτερος ή επίσκοπος ή μητροπολίτης τολμήσει να απομακρυνθεί από την κοινωνία με τον δικό του πατριάρχη, και δεν αναφέρει, όπως έχει οριστεί και καθοριστεί, το όνομά του στη θεία μυσταγωγία, αλλά δημιουργήσει σχίσμα πριν τη συνοδική κρίση και την αμετάκλητη καταδίκη του, η Αγία Σύνοδος όρισε να αφαιρείται πλήρως από αυτόν οποιαδήποτε ιερατική διακονία, εφόσον αποδειχθεί ότι έκανε αυτήν την παρανομία. Και ναι μεν τούτα έχουν οριστεί και επικυρωθεί για όσους αποσχίζονται από τους δικούς τους προέδρους με την πρόφαση κάποιων κατηγοριών, και προκαλούν σχίσμα και διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας. Διότι, όσοι απομακρύνονται από την κοινωνία με τον πρόεδρό τους, εξαιτίας κάποιας αίρεσης, η οποία έχει καταδικαστεί από τις Άγιες Συνόδους ή τους Πατέρες, ενώ δηλαδή ο πρόεδρός τους διακηρύσσει δημόσια και διδάσκει ανοικτά την αίρεση στην εκκλησία, τούτοι όχι μόνο δεν πρέπει να υποβληθούν στην προβλεπόμενη από τους κανόνες ποινή, επειδή αποτειχίζονται από την κοινωνία με τον καλούμενο επίσκοπο πριν τη συνοδική κρίση του, αλλά και πρέπει να αξιωθούν της πρέπουσας στους Ορθοδόξους τιμής. Διότι δεν καταδίκασαν επισκόπους, αλλά ψευδοεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους, και δεν κατατεμάχισαν την ενότητα της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά φρόντισαν να αποφύγει η Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις».
2 – Ο Κανόνας που είναι εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι ο 13ος της ΑΒ Συνόδου, αλλά ο 15ος της ίδιας ΑΒ Συνόδου.
Διότι σήμερα δεν βρισκόμαστε στο προπαρασκευαστικό στάδιο της Παναίρεσης του Οικουμενισμού (ή Νέο-γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού), το οποίο διήρκεσε 115 χρόνια (από το 1901 με τον ενθρονιστήριο λόγο του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, ο οποίος περιείχε την εξαγγελία και τις φάσεις ανάπτυξης της Παναίρεσης του Οικουμενισμού) και κατά το οποίο οι ιερομόναχοι και ιερείς θα μπορούσαν να εφαρμόσουν την προ συνοδικής εισαγωγής της Παναίρεσης του Οικουμενισμού κατ’ οικονομία μνημόνευση του ονόματος του οικείου Μητροπολίτη, σε συνδυασμό με μερική παύση κοινωνίας με τούτον, όπως και μοναχοί και οι λαϊκοί, σύμφωνα με την Επιστολή του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη προς τον Ηγούμενο Θεόφιλο.
Αλλά από τις 25-6-2016, ημερομηνία «συνοδικής» - δηλ. δεσμευτικής για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν στο Συνέδριο της Αποστασίας ή, επί το επιεικέστερο, στην Ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης - εισαγωγής της Παναίρεσης του Οικουμενισμού, εφαρμόζεται υποχρεωτικά η