π. Αναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Πρωτοπρεσβύτερος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών
τηλ. 6945-377621 - agotsopo@gmail.com
Πρωτοπρεσβύτερος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών
τηλ. 6945-377621 - agotsopo@gmail.com
Πάτρα, 11 Οκτωβρίου 2015
Απλές σκέψεις πόνου και αγωνίας …
Ιέρεια (754) - Νίκαια (787) - Κωνσταντινούπολη (2016)
Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη τής Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Κάθε εορτή Οικουμενικής Συνόδου είναι αφορμή για ουσιαστική εμβάθυνση στα θέματα πίστεως, διότι οι Σύνοδοι συγκαλούνταν κυρίως και πρωτίστως για την αντιμετώπιση ζητημάτων που αφορούσαν στην Ορθόδοξη πίστη μας.
Με αφορμή λοιπόν αυτή την εορτή τής Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τι είναι Σύνοδος και μάλιστα Οικουμενική; Ποια η θέση της στην Εκκλησία μας; Όλες οι σύνοδοι είναι αλάθητοι ή μπορεί και να σφάλλουν σε θέματα πίστεως; Ασφαλώς τα ζητήματα αυτά είναι ιδιαιτέρως σοβαρά και ευαίσθητα, αν, μάλιστα, τα προσεγγίσουμε σε σχέση με τις σημερινές εκκλησιαστικές εξελίξεις σε πανορθόδοξο επίπεδο, και δεν είναι δυνατό να εξαντληθούν στα πολύ περιορισμένα πλαίσια ενός σημειώματος. Ας προσπαθήσουμε όμως με τις πρεσβείες των Αγίων Πατέρων να τα θίξουμε ακροθιγώς, αφού άλλωστε η Ζ΄ Οικουμενική μάς δίνει πολλές αφορμές και απαντήσεις.
«Ἐκκλησία συστήματος καί συνόδου ἐστίν ὂνομα», σημειώνει επιγραμματικά ο Ι. Χρυσόστομος. Σύμφωνα με τη διατύπωση αυτή, η έννοια της Συνόδου δεν περιορίζεται στο όργανο διοικήσεως της Εκκλησίας, αλλά εκτείνεται σε κάτι πολύ βαθύτερο . είναι ο τρόπος υπάρξεως της Εκκλησίας.
Για το λόγο αυτό, ακόμα και στην πρώτη Εκκλησία, παρά την προσωπική παρουσία τής μοναδικής αυθεντίας των Αποστόλων, η Εκκλησία συνήλθε σε Αποστολική Σύνοδο για να αντιμετωπίσει τα σοβαρότατα προβλήματα που εμφανίστηκαν στη ζωή της. Και αυτή η πρώτη Σύνοδος με την περίφημη διατύπωσή της «ἒδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν», αποτέλεσε την απαρχή του συνοδικού θεσμού στη ζωή της Εκκλησίας.
Οι Σύνοδοι διακρίνονται σε τοπικές και Οικουμενικές. Τοπικές χαρακτηρίζονται οι Σύνοδοι οι οποίες εκφράζουν μία τοπική Εκκλησία (π.χ. Πατριαρχείο ή Αυτοκέφαλη Εκκλησία), ή περισσότερες της μίας τοπικές Εκκλησίες και των οποίων οι αποφάσεις έχουν εφαρμογή μόνο στα όρια των Εκκλησιών που συμμετέχουν, ενώ Οικουμενικέςχαρακτηρίζονται οι Σύνοδοι στις οποίες συμμετείχε και εκφράστηκε ολόκληρη η Εκκλησία του Χριστού.
Η Οικουμενική Σύνοδος αποτελεί την κατ’ εξοχήν αλάνθαστη έκφραση της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό οι αποφάσεις της, δογματικές και κανονικές, δηλ. σε θέματα πίστεως και εκκλησιαστικής τάξεως, έχουν υποχρεωτική εφαρμογή σε όλη την Εκκλησία, σε όλους τους πιστούς. Όποιος, ανεξάρτητα από τη θέση του στην εκκλησιαστική ιεραρχία, περιφρονεί και δεν αναγνωρίζει απόφαση Οικουμενικής Συνόδου δεν μπορεί να είναι μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και υφίσταται τις κανονικές και πνευματικές κυρώσεις που έχουν ορίσει οι Πατέρες.
Στην ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας έχουν αναγνωριστεί Επτά Σύνοδοι ως Οικουμενικές, ενώ άλλες δύο που συνήλθαν στην Κωνσταντινούπολη, οι επί Μ. Φωτίου (879-880) και επί Αγ. Γρηγορίου Παλαμά (1351) αναγνωρίζονται μεν από την εκκλησιαστική συνείδηση ως Η΄ και Θ΄ Οικουμενικές, εκκρεμεί όμως η τυπική αναγνώρισή τους.
ΝΙΚΑΙΑ - 787 μ.Χ.
Η εορταζομένη σήμερα Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Στ΄ και τη μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη). Στη Σύνοδο συμμετείχαν αντιπρόσωποι από όλες τις τοπικές Εκκλησίες που εκπροσωπούσαν ολόκληρη την Εκκλησία του Χριστού. Ο αριθμός των Πατέρων της Συνόδου ήταν 350 εκ των οποίων 130 ήσαν αρχιμανδρίτες, ηγούμενοι και μοναχοί, οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στη Σύνοδο. Κεντρικό ρόλο στη Σύνοδο είχε ο πρόεδρός της Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγ. Ταράσιος.
Η Σύνοδος στη δογματική της απόφαση, στον «Όρο», καθόρισε ότι οι χριστιανοίλατρεύουμε αποκλειστικά και μόνο τον Τριαδικό Θεό, ενώ αποδίδουμε σχετική τιμητική προσκύνηση στους Αγίους "ὡς αὐτοῦ γνησίους θεράποντας καί φίλους". Η σχετική τιμητική προσκύνηση των Αγίων αποδίδεται με την ανέγερση ναών, με ακολουθίες και ύμνους και με την ιστόρηση εικόνων. Η Σύνοδος δογμάτισε ότι η τιμή προς τις εικόνες "ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει καί ὁ προσκυνῶν τήν εἰκόνα προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τήν ὑπόστασιν". Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η Σύνοδος στην απεικόνιση, στην ιστόρηση του προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού δογματίζοντας ότι αφού ο Κύριος έλαβε σάρκα γενόμενος πραγματικός άνθρωπος είναι όχι μόνο δυνατή αλλά και επιβεβλημένη η εικονογράφησή του, με την οποία η Εκκλησία ομολογεί και κηρύττει την ενανθρώπιση του Θεού Λόγου.
Παράλληλα με τον καθορισμό της πίστεως, η Σύνοδος αυτή, όπως και κάθε Σύνοδος, καταδίκασε τις αιρέσεις και αναθεμάτισε ονομαστικά τους εκφραστές τους, μεταξύ των οποίων και τους εικονομάχους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Αναστάσιο, Κωνσταντίνο και Νικήτα «ὡς νέῳ Ἀρείῳ, Νεστορίῳ καί Διοσκόρῳ».
ΙΕΡΕΙΑ - 754 μ.Χ.
Ή Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος ήρθε ως απάντηση της Αλήθειας του Χριστού σε μια άλλη Σύνοδο που είχε συγκληθεί 33 χρόνια νωρίτερα στα Παλάτια της Ιερείας, περιοχή στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου. Η Σύνοδος εκείνη συνεκλήθη από τον εικονομάχο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ και συμμετείχαν περί τους 350 επισκόπους. Με τις αποφάσεις της καταδικάστηκε ως ειδωλολατρία η προσκύνηση των εικόνων και αναθεματίστηκαν οι υπερασπιστές τους, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγ. Γερμανός και ο μεγάλος θεολόγος των εικόνων Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός! Ας προσέξουμε αυτό το σημείο: Η Σύνοδος της Ιερείας συνεκλήθη ως Οικουμενική και όμως στην εκκλησιαστική συνείδηση έχει καταγραφεί ως ψευδοσύνοδος, «ψευδοσύλλογος», ληστρική, δηλ. σύνοδος ληστών! Η Ζ΄ Οικουμενική την χαρακτηρίζει «Καϊαφαϊκόν συνέδριον» και την αναθεματίζει με τη χαρακτηριστική φράση «τῷ φρυαξαμένῳ συνεδρίῳ κατά τῶν σεπτῶν εἰκόνων, ἀνάθεμα»!
Παρόμοιες περίπτωση ψευδοσυνόδων-ληστρικών συνόδων που συνεκλήθησαν ως οικουμενικές και πληρούσαν τις εξωτερικές τυπικές προϋποθέσεις οικουμενικότητας ήταν η σύνοδος της Εφέσου (449) με την παρουσία εκπροσώπων από όλες τις τοπικές Εκκλησίες υπό την προεδρία του Αλεξανδρείας Διοσκόρου, καθώς και της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), η οποία και αυτή συνεκλήθη και είχε τις εξωτερικές προϋποθέσεις για να ανακηρυχθεί ως Οικουμενική, αλλά εξελίχθηκε σε ψευδοσύνοδο.
Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: ποιο είναι το ιδιάζον στοιχείο που χαρακτηρίζει μια σύνοδο ως Οικουμενική και τι τη διαφοροποιεί από τις ψευδοσυνόδους; Σε αυτό το ερώτημα απάντησε η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος δια στόματος του Ιωάννου, του διακόνου της Αγ. Σοφίας, στην λέξη προς λέξη αναίρεση του όρου της ληστρικής εν Ιερεία συνόδου που διασώζεται στα πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου:
Για την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο τα κριτήρια αψευδούς Οικουμενικότητας είναι δυο, και δεν εξαντλούνται στα τυπικά της συγκλήσεως (ποιος συγκαλεί, πόσοι και ποιοι συμμετέχουν κοκ):
1. Η αποδοχή των αποφάσεων από την εκκλησιαστική συνείδηση, από το Σώμα του Χριστού, από ολόκληρη την Εκκλησία. Αν τις αποφάσεις μιας Συνόδου δεν τις αποδεχθεί το πλήρωμα της Εκκλησίας, η Σύνοδος αυτή δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως Οικουμενική, και
2. Η απόλυτη συμφωνία των αποφάσεων με την προγενέστερη πατερική, συνοδική και εκκλησιαστική παράδοση. Ο Άγ. Μάξιμος Ομολογητής είναι απολύτως σαφής : «Ἐκείνας οἶδεν ἁγίας καί ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβής τῆς Ἐκκλησίας κανών, ἃς ὀρθότης δογμάτων ἒκρινε». Μια Σύνοδος που δεν ακολουθεί την έως τότε εκκλησιαστική παράδοση όπως αυτή έχει εκφραστεί από τους Πατέρες της Εκκλησίας και τις Συνόδους, αλλά την περιφρονεί και προσπαθεί να την ανατρέψει, είναι ψευδοσύνοδος, ανεξάρτητα αν σ’ αυτή συμμετέχει μεγάλος αριθμός επισκόπων που εκπροσωπούν όλα τα πατριαρχεία και τις τοπικές εκκλησίες!
Αντιθέτως, μια Σύνοδος που συγκαλείται ως τοπική, από μια και μόνο τοπική Εκκλησία, με μικρό αριθμό επισκόπων, αν στις αποφάσεις της ακολουθεί την εκκλησιαστική παράδοση και εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας τότε πληροί τις προϋποθέσεις της οικουμενικότητας και αναγνωρίζεται ως Οικουμενική (βλ. Β΄ Οικουμενική, 381 μ.Χ.).
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - 2016 μ.Χ.
Ας έλθουμε όμως και στο σήμερα. Ως γνωστόν, έχει προγραμματιστεί η σύγκληση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας», της































