" H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες."
Άρθρο 16, παράγραφος 2 του Ελληνικού Συντάγματος

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Τα "μαργαριτάρια" της νέας Γραμματικής για το Δημοτικό. (Κων. Οικονόμου)

Η νέα Γραμματική για το δημοτικό σχολείο
του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας -συγγραφέα
Ήρθε μετά από τριετή αναμονή η νέα Γραμματική για τις Ε΄και Στ΄τάξεις του Δημοτικού Σχολείου και διανεμήθη στους μαθητές, αντικαθιστώντας το εγχειρίδιο του Τσολάκη που κυκλοφορούσε εδώ και δεκαετίες, καλύπτοντας, χωρίς προβλήματα, τις απαραίτητες γνώσεις που αφορούν στη μορφή της Ελληνικής Γλώσσας και στην αφομοίωση της βασικής ύλης από τους μικρούς μαθητές. 
Όταν χρησιμοποιήσαμε το νέο βιβλίο, οι μαθητές μου κι εγώ, αντιληφθήκαμε πολύ γρήγορα ότι κάτι δεν πάει καλά. Αυτό συνέβη αρκετές φορές κατά τη διάρκεια των μαθημάτων της Γλώσσας και έτσι αποφάσισα να το μελετήσω από τις πρώτες αράδες του. Στην “εξερεύνησή” μου αυτή ανακάλυψα πολλά “μαργαριτάρια”, κατά τη συνήθη ορολογία, αλλά, μελετώντας την εισαγωγή των συγγραφέων του πονήματος, σκέφθηκα ότι ίσως δεν πρόκειται για τα πολύτιμα στοιχεία των ακριβών κολλιέ, αλλά κάτι το πρωτοποριακό, μια επανάσταση στην πολύπαθη Γλώσσα μας. 
Για να δικαιολογήσουν λοιπόν τη δεύτερη από τις απόψεις που προανέφερα, οι συγγραφείς γράφουν προλογίζοντας, μεταξύ άλλων: “Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του βιβλίου υπαγόρευσαν κάποιες απαραίτητες απλοποιήσεις αλλά και ορισμένες σημαντικές διαφοροποιήσεις στο περιεχόμενο του εγχειριδίου τόσο από σύγχρονες γλωσσολογικές μελέτες για την ελληνική γλώσσα (που απευθύνονται στους ειδικούς) όσο και από τις παραδοσιακές γραμματικές.” (σ.5). Εδώ, αφήνωντας κατά μέρος τη σύνταξη του κειμένου (!) και τον καινοφανή πληθυντικό ¨γραμματικές”, γεννάται το εξής ερώτημα: γιατί δεν υπάρχει καμιά αναφορά στις “σύγχρονες γλωσσολογικές μελέτες”, και πώς αυτές επικράτησαν έναντι των “αναχρονιστικών” παλαιοτέρων, ούτε ως υποσημείωση, ούτε ως βιβλιογραφία; Αντιπαρερχόμενοι το ρητορικό ερώτημα ας κάνουμε μια καταγραφή του τι προσφέρεται από το νέο βιβλίο και τις “γλωσσολικές μελέτες και απλοποιήσεις” του.

ΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ:
1. Στον πρόλογο διαβάζουμε: “προσφέρεται μια νέα μορφή του ρηματικού συστήματος” (!) (σ.5). Τι είναι το ρηματικό σύστημα;
2. Για να περιγράψουμε ένα πρόσωπο, ζώο ή πράγμα συνήθως χρησιμοποιούμε: παροντικούς χρόνους, τοπικά επιρρήματα και επίθετα.” (σ.20). Προσπαθήστε λοιπόν να περιγράψετε ένα πρόσωπο με τοπικό επίρρημα. π.χ. Ο πάνω Μήτσος, ο έξω Βασίλης, κ.ά.!
3. Στην ίδια ενότητα (σ.21) μαθαίνουμε ότι υπάρχει μια νέα κατηγορία ρημάτων: “τα ρήματα δράσης”, αλλά και οι “λεκτικές πράξεις” (σ.19).
4. Στη σ. 26, μαθαίνουμε για τους “κειμενικούς δείκτες” που “μας δείχνουν τις σχέσεις συνοχής των προτάσεων”. Αυτό που ξέραμε μέχρι τώρα ήταν η παρατακτική και η υποτακτική σύνταξη, καθώς και οι αντίστοιχες αντωνυμίες, συνδέσμοι ή επιρρήματα, που κατείχαν το συνεκτικό ρόλο. Αξίζει να σημειώσουμε ότι από τους νέους αυτούς δείκτες το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, που προϊσταται της συγγραφής όλων των νέων βιβλίων, εξαιρεί τις αντωνυμίες!
5. Σελ. 35. “Οι φθόγγοι (και όχι τα γράμματα) χωρίζονται σε φωνήεντα και σύμφωνα”. Το ίδιο επαναλαμβάνεται στη σ. 56. Εκπληκτικό!
Πόσα λάθη έχουμε μάθει στα σχολεία μας εμείς των παλαιοτέρων γενεών! Μαθαίναμε ότι τα φωνήεντα είναι 7 ενώ τώρα είναι πέντε: “το [α], το [ι], το [ε], το [ο] και το [ου]
και τα σύμφωνα 18, μη συμπεριλαμβανομένων του [ξ] και του [ψ], αλλά εντσσόμενων των [μπ], [ντ], [γκ], όπως και στην Αγγλική!!. Ευτυχώς, ακόμη, δεν προκρίνεται και η γραφή των προηγούμένων κατά το αγγλικό τυπικό (b,d,g). (σ.56)
6. Άλλο ένα λάθος, που ... οι παλαιοί μαθαίναμε στα σχολεία μας, ήταν ότι τα σύμφωνα χωρίζονται σε χειλικά, οδοντικά, ουρανικά,κ.α.
Μέγα λάθος διότι σήμερα με τις νέες νόρμες του ΥΠΘΚΔΒΜ (έτσι λέγεται πια το Υπ. Παιδείας), που βασίζονται σε νέες αγλικής γλωσσολογικής επιρροής κατηγοριοποιήσεις, “τα σύμφωνα χωρίζονται σε: διχειλικά (!), χειλοδοντικά (!), φατνιακά (!), ραχιαία (!) και οδοντικά. Ακόμη χωρίζονται στις ομάδες: κλειστών (!), τριβομένων (!!), ρινικών, συριστικών και υγρών” (σ. 38). Αλήθεια τα φατνιακά προφέρονται με τα φατνία των οδόντων ή έχουν σχέση με τη φάτνη των ζώων;
7. Μια δυναμική απλοποίηση της γραμματικής έχουμε στα λεγόμενα πάθη των φωνηέντων. Καταργούνται (σαν με διάταγμα) η έκθλιψη, η συναίρεση η αποκοπή, κα., και συγχωνεύονται, κάτι σαν τα πολύπαθα λεηλατημένα ασφαλιστικά ταμεία, στην υψηλών διαστάσεων φράση “απαλοιφή φωνήεντος” (σ. 46-48), στην οποία εντάσονται όλα τα ... συντηρητικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Η συνίζηση, απλώς, παύει να ... υφίσταται.
8. Στη σελίδα 50, θέλοντας να μάθουμε για τις εγκλιτικές λέξεις (αυτές που παίρνουν και τον τόνο της επόμενης λέξης, π.χ. ο δάσκαλός μας), πληροφορούμαστε το νέο φετφά της παιδείας μας: “Η έγκλιση του τόνου”.
9. Στην ανάλυση μιας λέξης θέμα – κατάληξη δεν αναφέρεται πουθενά ο χαρακτήρας, ούτε στα ουσιαστικά (σ.59) ούτε και στα ρήματα, όπου πρέπει να διδαχθεί και ο άσιγμος Αόριστος.
10. Στη σελίδα 71 πληροφορούματε πως στα ανισοσύλλαβα ανήκουν και τα αρσενικά σε -ης, χωρίς εξαίρεση. Π.χ ο νι-κη-τής, οι νι-κη-τά-δες ;
11. Στη σελίδα 79 κλίνεται το ουσιαστικό “διάμετρος -διαμέτρου”, που κατεβάζει τον τόνο και σε διπλανό πίνακα αναφέρεται πως έτσι κλίνεται και η άμμος – της άμμου, η ψήφος – της ψήφου, κ.α. που δεν τον κατεβάζουν.
12. Στη σ. 84 μαθαίνουμε πως υπάρχει “επίσημο και ανεπίσημο ύφος ομιλίας” κατα την εναλλαγή των οποίων διαφοροποιείται ο τονισμός της λέξης βούτυρο: “του βούτυρου, του βουτύρου”.
13. στη σ. 99 εμφανίζεται η γενική της λέξης ο βαθύς: “του βαθύ”!
14. Στις σ. 144-152 παρουσιάζεται ο νέος τύπος κλίσης του ρήματος. Πρώτα παρουσιάζονται οι τύποι της οριστικής ανά χρόνο, ενώ οι άλλες εγκλίσεις βαπτίζονται με περίεργη ονοματοδοσία: “να χάνω”- εξακολουθητική υποτακτική, να χάσω – συνοπτική υποτακτική, να έχω χάσει – συντελεσμένη, χάνε – εξακολουθητική προστακτική, χάσε – συνοπτική”!! Ακόμη ο στιγμιαίος Μέλλοντας ονομάζεται συνοπτικός, ενώ κατά το Συντακτικό: “συνοπτικοί χρόνοι ονομάζονται εκτός του επίμαχου χρόνου και ο Αόριστος. Έτσι, είναι πολύ συχνό φαινόμενο, που παρατηρείται και στα άλλα νεοφυή εγχειρίδια Γλώσσας, να ζητείται από τους μαθητές να γράψουν τον Αόριστο της Προστακτικής, σαν να λέμε αντιστοίχως στα ουσιαστικά γράψε τον ενικό της Γενικής πτώσης!!
15. Λίγο πιο πριν, σ. 141, παρουσιάζεται ως βοηθητικό μόνο το ρήμα έχω και όχι το είμαι, καταργώντας και τυπικά τους β΄τύπους των περιφραστικών χρόνων (έχω κοπεί. ή είμαι κομμένος, κ.τ.λ.). Όμως κι εδώ υπάρχει πρωτοπυτία: ο δυνητικός τύπος “να είχα” παρουσιάζεται ως υποτακτική! Όσο για το ρήμα “είμαι” παρουσιάζεται ως ένα απλό ανώμαλο ρήμα (σ. 156).
16. Στην ίδια σελίδα διαβάζουμε κατά λέξη: “το ρήμα έχω μας βοηθάει να σχηματίσουμε τον Παρακείμενο: έχω + άκλιτος τύπος σε -ει”!!. Καταργούν δηλαδή ακόμη και το Απαρέμφατο, που δεν αναφέρεται πουθενά.
17. Αποφεύγοντας να αναφερθούμε στα μικρά ορθογραφικά λάθη του βιβλίου, ας δούμε συνοπτικά τα λάθη στα άκλιτα μέρη του λόγου. Οι σύνδεσμοι παρουσιάζονται ως μειωμένες (από 12 σε 9) ή αλλαγμένες ομάδες, παραλείποντας ορισμένα απ' αυτές, πράγμα που παρατηρούμε και στα Επιφωνήματα. Το ίδιο συμβαίνει με τα Μόρια, όπου παραλείπεται το ορκωτικό “μα”.
18. Στις τελευταίες σελίδες παρουσιάζονται κάποια βασικά στοιχεία του Συντακτικού. Εκεί παρουσιάζονται τα βασικά στοιχεία της πρότασης. Λείπει όμως η αναφορά στις τέσσερις Διαθέσεις των ρημάτων, οι οποίες κατατάσσουν τα ρήματα και σε ενεργητικά από τα οποία θα προκύψουν τα μεταβατικά που παίρνουν αντικείμενο, κ.τ.λ.
19. (σ. 210). Τα αντίθετα των λέξεων (π.χ. άσπρο – μαύρο) παρουσίαζονται ως αντώνυμα (!). Αλήθεια από πού προκύπτει αυτή η λέξη; πώς ετυμολογείται; Από τις αντωνυμίες, από το ότι είναι αντί για όνομα ή από τον Αντώνη;
20. Τέλος, στον πίνακα ανωμάλων ρημάτων του βιβλίου πληροφορούμαστε πως οι τύποι: “ανέχτηκα, βαρέθηκα, δεήθηκα, διαμαρτυρήθηκα, ήρθα, καταράστηκα, ντράπηκα, παραπονέθηκα, πνίγηκα, στάθηκα, υποσχέθηκα, φάνηκα, χάρηκα, κ.ά”, ανήκουν στην Ενεργητική Φωνή!
 



Κλείνοντας, ζητώ συγνώμη αν δεν διαθέτω ευήκοα ώτα και δεν μπορώ να αφομοιώσω τα νέα εκπαιδευτικά μοντέλα της Παιδείας μας (δες βιβλία μαθηματικών του Δημοτικού, τα πολυπολιτισμικά θρησκευτικά του Λυκείου, τη “στρογγυλεμένη Ιστορία, και τόσα άλλα), ή επειδή δεν έχω ικανή αφομοιωτική δύναμη στις “καινοτόμες” ή κενοτόμες δράσεις της ευρωεπιδοτούμενης και εσαεί πτωχεύουσας παιδείας μας.
Όμως πρέπει να ευχαριστήσω το μαθητή μου, της Στ΄τάξης Γώργο Μ., που επέμενε τόσο πολύ να γράψω κάτι στην εφημερίδα που τόσο φιλόξενα μου επιτρέπει από καιρού εις καιρόν να αρθρογραφώ.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πηγές από τις οποίες μπορει να πληροφορηθεί ο καθένας για τις νέες ιδέες στη Γραμματική. (Ψάχνοντας στο διαδίκτυο):
  • Κρύσταλ, Ντ. Λεξικό γλωσσολογίας και φωνητικής. Μτφρ. Γ. Ξυδόπουλος. Αθήνα: Πατάκης. Πετρούνιας, Ευ. 1993.  
  • Νεοελληνική γραμματική και συγκριτική ανάλυση. 1ος τόμ. Θεσσαλονίκη: University Studio Press. Pullum, G. K. & W. A. Ladusaw. 1996.  
  • Phonetic Symbol Guide. 2η έκδ. Σικάγο & Λονδίνο: The University of Chicago Press.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Συγκεντρωτικό Υλικό για τα Χριστούγεννα

Στο ιστολόγιο μας έχουν αναρτηθεί τα παρακάτω κείμενα προβληματισμού, διηγήματα, βίντεο κλπ που αφορούν τα Χριστούγεννα τα οποία παρουσιάζουμε εδώ ταξινομημένα
(όλα υπάρχουν στην ενότητα "Υλικό: Χριστούγεννα" και τα περισσότερα συνοδεύονται από όμορφες φωτογραφίες):



Υλικό για τα Χριστούγεννα
(περιέχει 7 προτάσεις για σχολικές εορτές και ισάριθμες Παρουσιάσεις Powerpoint ή Βίντεο)





Χριστουγεννιάτικα διηγήματα

Κείμενα προβληματισμού- υλικό για ομιλίες σε μεγαλύτερα παιδιά



Θεολογικές προσεγγίσεις στο νόημα της εορτής

Βιβλία Ελπίδας και Εθνικής Αυτογνωσίας

Το ξέρω, αγαπητές αναγνώστριες και αγαπητοί αναγνώστες. Φέτος δεν περισσεύουν χρήματα ούτε και υπάρχει μεγάλη διάθεση για να αγοράσετε βιβλία για τις γιορτές. Ίσως είστε λιγότεροι οι υποψήφιοι αναγνώστες, όμως κάποιοι αντιστέκεστε. Και παρά την κρίση θα αγοράσετε ένα – δυο βιβλία είτε για σας είτε για να τα δωρίσετε σε συγγενείς και φίλους. Επειδή, λοιπόν, πιστεύω ότι υπάρχουν αξιόλογα βιβλία που λειτουργούν ως αντίδοτο στην εθνική κατάθλιψη και στην απαισιοδοξία σκέφθηκα να σας καταθέσω τις γιορτινές προτάσεις μου. Επέλεξα βιβλία, τα οποία έχουν αναφορά στην Ορθόδοξη πίστη μας, στην ιστορία μας και στην εθνική μας αυτογνωσία. Βιβλία, τα οποία μας θυμίζουν τις πνευματικές και πολιτιστικές μας ρίζες. Όταν γνωρίζεις ποια παράδοση και ποια κληρονομιά έχεις πίσω σου τότε λες ότι αξίζει να αγωνισθείς για τις καλύτερες ημέρες που, πρώτα ο Θεός, θα έλθουν.
  1. Από το Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος» (63088 Μεταμόρφωση Χαλκιδικής) έρχεται το πρώτο βιβλίο στο εορταστικό καλάθι μας. Έχει τίτλο «Από την ησυχαστική και ασκητική Αγιορείτικη παράδοση» . Οι μοναχοί που το έγραψαν θέλουν να μείνουν ανώνυμοι. Συγκέντρωσαν τη σοφία πολλών αγιορειτών πατέρων και χαρισματικών γεροντάδων του προηγουμένου (20 ού) αιώνος. Και εμείς που ζούμε μέσα στον κόσμο και στη συνεχή βιοτική μέριμνα μπορούμε να ωφεληθούμε από τα αποφθέγματα, τα βιώματα, τα θαύματα, τις πράξεις ακόμη και από τα σφάλματα των ασκητών, οι οποίοι αναφέρονται στο βιβλίο αυτό των 830 σελίδων. Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται σε «Ρήσεις και διηγήσεις του Γέροντος Παϊσίου». Όποιος το διαβάζει μαθαίνει να έχει μεγαλύτερη ταπείνωση και λιγότερη αλαζονεία στη ζωή του και να ελπίζει στο φως ακόμη και όταν ζει στο βαθύ σκοτάδι.
  2. Από τον πολυγραφότατο Πανεπιστημιακό Καθηγητή και λόγιο κληρικό πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Μεταλληνό είναι γραμμένο το δεύτερο βιβλίο μας. Έχει τίτλο «Ο Ρωμηός και το θαύμα» με υπότιτλο: Κείμενα Νεοελληνικής Αυτοσυνειδησίας και κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ. Βαθύς γνώστης και ερευνητής της Νεοελληνικής, αλλά και της ευρωπαϊκής Ιστορίας ο συγγραφεύς ασκεί αυστηρή κριτική στην Ενωμένη Ευρώπη για τον τρόπο που μεταχειρίζεται σήμερα την Ελλάδα, αλλά και σε εμάς τους Έλληνες διότι ξεχάσαμε τον Θεό των Πατέρων μας και πιστέψαμε στην απολυτοποιημένη αξία του οικονομισμού, του υλισμού και του ευδαιμονισμού. Το βιβλίο περιλαμβάνει μελέτες του π. Μεταλληνού που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα περιοδικά και ανακοινώσεις που ο ίδιος πραγματοποίησε σε επιστημονικά συνέδρια. Κείμενα γραμμένα με πλούσια τεκμηρίωση και γλαφυρό τρόπο.
  3. Από τις εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ εξεδόθη το βιβλίο του έγκριτου Θεολόγου και εκπαιδευτικού Γιώργου Μπάρλα με τίτλο «Φύλακας του αδελφού μου- Κείμενα για την αγάπη και την πίστη σήμερα». Τέτοιες ημέρες που αναμένουμε να γεννηθεί μέσα στην καρδιά μας ο Ιησούς Χριστός καλό είναι να θυμόμαστε τους συνανθρώπους μας, οι οποίοι μάς έχουν ανάγκη. Ο συγγραφέας μέσα από όμορφα αυτοτελή δοκίμια αναλύει τη σύγχρονη κρίση, τα προβλήματα του γάμου και της οικογένειας, τις αλλαγές που επέφερε ο σύγχρονος πολιτισμός στις ανθρώπινες σχέσεις και μάς παρουσιάζει την πρότασή του για μία ζωή με μεγαλύτερη πίστη και ελπίδα στον Θεό.
  4. Με τους αποδομητές της Ιστορίας μας ασχολείται ο γνωστός συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού ΑΡΔΗΝ Γιώργος Καραμπελιάς στο νέο βιβλίο του που έχει τίτλο «Συνωστισμένες στο Ζάλογγο» και υπότιτλο «Οι Σουλιώτες, ο Αλή Πασάς και η αποδόμηση της Ιστορίας» (από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις) . Στο σύντομο και πολύ ενδιαφέρον αυτό πόνημά του ο Καραμπελιάς αποδεικνύει για μία ακόμη φορά δύο πράγματα: Πρώτον ότι είναι άριστος γνώστης της νεώτερης ιστορίας έχοντας μελετήσει τις πρωτογενείς πηγές και τα αυθεντικά γεγονότα. Δεύτερον ότι τα επιχειρήματα των εθνοαποδομητών εύκολα καταρρέουν, διότι γράφουν με φανατισμό και παραποιούν με προκρούστειο τρόπο τις γραπτές μαρτυρίες. Συγκεκριμένα ο συγγραφέας αντικρούει ορισμένους ερευνητές, οι οποίοι αρνούνται την ελληνικότητα των Σουλιωτών, αγιοποιούν τον τύραννο Αλή Πασά, αμφισβητούν τον καλόγερο Σαμουήλ και τη θυσία του στο Κούγκι και πιστεύουν ότι δεν υπήρξε χορός του Ζαλόγγου. Ισχυρίζονται ότι οι Σουλιώτισσες απωθήθηκαν από τους πανικόβλητους άνδρες τους!
  5. Από τον χώρο της Ιστορίας έρχεται η επόμενη πρότασή μας.  Ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο από τον ακούραστο φιλόλογο και ιστορικό Σαράντο Καργάκο με τίτλο «Η Ελλάς κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13». Είναι οφθαλμοφανής η επικαιρότητα του βιβλίου. Σε λίγες ημέρες εισερχόμαστε στο 2012 και θα τιμήσουμε τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση των βορείων ελληνικών εδαφών καθώς και πολλών νησιών μας. Ο Καργάκος γράφει έχει ρέοντα και κατανοητό λόγο, ώστε ακόμη και γυναίκες που δεν έχουν δει ποτέ πυροβόλο στη ζωή τους να διαβάσουν ευχάριστα τις περιγραφές των ηρωικών μαχών του Α΄ και του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.
  6. Ένας σεμνός νέος δοκιμιογράφος και ιστορικός, ο Κώστας Χατζηαντωνίου, εισήλθε με θριαμβευτική επιτυχία στον χώρο του μυθιστορήματος. Με το βιβλίο «Αγκριτζέντο» (εκδόσεις Λιβάνη) κέρδισε το Ευρωπαϊκό βραβείο μυθιστορήματος το 2011. Ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στην πόλη του Ακράγαντος που ιδρύθηκε από Έλληνες στη Σικελία των αρχαίων χρόνων, στη Μεγάλη Ελλάδα όπως ονομάσθηκε μαζί με την Κάτω Ιταλία. Το βιβλίο υμνεί την πραγματική ζωή και μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια.


Σας εύχομαι καλό διάβασμα και Καλά Χριστούγεννα!

Κωνσταντίνος Χολέβας- Πολιτικός Επιστήμων  
17.12.2011

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Χάσαμε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα

Τὰ φετινὰ Χριστούγεννα γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους θὰ ἐξελιχθοῦν ὅπως σχεδὸν κάθε χρόνο, σὲ δυὸ μέρες ἀργίας καὶ μία βδομάδα βόλτας καὶ περιεργείας... 
Πότε στὰ Sprider, πότε στὰ Jumbo, στὰ Praktiker, στὰ Ἄλφα Βήτα, στά Careffour, ἄντε καὶ μία βόλτα στὸ στολισμένο κέντρο τῶν πόλεων ἢ στὸ χιονισμένο χωριό… Χριστούγεννα ἐδῶ, Χριστούγεννα ἐκεῖ, ἄντε Χριστούγεννα καὶ παραπέρα... 
Χριστούγεννα τῶν πολυεθνικῶν, τῶν διαφημίσεων, τῶν οὐϊσκυ καὶ τῶν ποτῶν, τῆς Vodafon, τῆς Cosmote, τῶν κινητῶν, καὶ τῶν ἀγορῶν... 
Ἀναρωτιέμαι ὅμως! Χριστούγεννα Ἑλληνικὰ καὶ γνήσια τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν θὰ δοῦμε πουθενὰ ἄραγε;
Κάποτε βρὲ ἀδερφέ, ἀκούγαμε καὶ κανένα «Καλὰ  Χριστούγεννα» νὰ λέει ὁ κόσμος, ἢ βλέπαμε καὶ ἕνα ξενόγλωσσο ἔστω «Merry Christmas»  στὶς βιτρίνες. Τώρα, τίποτα !  Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή, γνόφος καὶ ἄχνα σὲ ὅλα Νὰ φταίει ἡ Κρίση;  Νὰ φταίει ἡ ἀνέχεια;  Ζήσαμε καὶ μέρες Γερμανικῆς Κατοχῆς, ξέρουμε ἂπ΄ αὐτὲς τὶς ἀναποδιὲς τῆς ζωῆς καὶ τῆς Ἱστορίας, καὶ δὲν θὰ τόλεγα… Αὐτὸ ποῦ συμβαίνει τὰ τελευταία χρόνια κι΄ ἔχει σχέσει μὲ τὶς ἄχρωμες καὶ ψόφιες μεγάλες γιορτὲς μᾶς ἔχει μέσα του καὶ κάποιο θεολογικὸ παράδοξο! Κανένας λοιπὸν δὲν θέλει νὰ πεῖ «καλὰ Χριστούγεννα» λὲς καὶ μᾶς κάνει τζίζ… ἡ λέξη « Χριστούγεννα», ἀλλὰ μόνο «ΚΑΛΕΣ  ΓΙΟΡΤΕΣ» ἀκοῦμε, καὶ κάτι ἄχρωμα καὶ ἄτονα «Χρόνια Πολλὰ»  ποῦ  βλέπουμε, βασανισμένα κι΄ αὐτά, νὰ παραμένουνε σὲ κάποιες βιτρίνες. Ἄκου τώρα...νὰ λέμε « ΧΡΟΝΙΑ  ΠΟΛΛΑ»,  μᾶς ἔλεγε ὁ  φίλος ὁ Θανάσης, καλή του ὥρα κι΄ αὐτουνοῦ ὅπου κι΄ ἂν βρίσκεται!
Φιλόσοφος λαϊκὸς καὶ «περιωπῆς» στοὺς ἀντίστοιχους κύκλους  ὁ  φίλος ὁ Θανάσης καὶ μὲ τὰ ὅλα του μάλιστα πάνω καὶ στὰ θεολογικά, καὶ χωρὶς νὰ μασάει τὰ λόγια του διατύπωνε εὐθαρσὼς τὶς σκέψεις του ὅτι «…τὸ φαινόμενο αὐτὸ δὲν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς μία καὶ τὰ τελευταία χρόνια ἔχει μπερδικλώσει ἔτσι τὰ πράγματα ὁ διάβολος, μὴ θέλοντας  ν΄ ἀκούγεται πουθενὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ κι ἔχει ἐφεύρει τὰ λεγόμενα «Χρόνια Πολλὰ» καὶ τὶς «Καλὲς γιορτὲς»  ποῦ σὰν ψιτακοὶ καὶ παπαγάλοι κι΄ ἐμεῖς οἱ περισσότεροι  σήμερα παπαγαλίζουμε… 
Δηλαδὴ Θανάση μου, νὰ μὴ λέμε Χρόνια πολλὰ ; τὸν ρώτησα μία μέρα λίγο φοβισμένος.
«Ἄκου νὰ δεῖς, μοῦ εἶπε. Εὐχόμαστε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο νὰ ζήσουμε Χρόνια Πολλά;    Καὶ τί δουλειὰ ἔχουν ὅλες αὐτὲς οἳ εὐχὲς μέσα στὶς μεγάλες γιορτές; Ἐπιτέλους πές μου, τὸν Χριστὸ γιορτάζουμε ἢ τοὺς ἑαυτούς μας κι΄ ἔχουμε διαγράψει ἐντελῶς τὸ ὄνομά του ! Καὶ εἶναι αὐτὰ Χριστουγεννιάτικες εὐχές; Ἄντε ἂπ΄ ἐδῶ τώρα..»
«Καὶ θὰ σοὺ πῶ καὶ κάτι ἄλλα ἀκόμη», συμπλήρωσε ὁ φίλος ὁ Θανάσης.
«…Πράγματι λοιπόν, τὸ τί δουλειὰ ἔχουν τὰ «Χρόνια Πολλά» , μὲ τὶς γιορτὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ,  δὲν βρῆκα ἄνθρωπο μέχρι σήμερα σωστὰ νὰ μοῦ ἐξηγήσει! Ἄλλο ζητούμενο καὶ περίεργο αὐτό!
Κατέληξα λοιπὸν σὲ κάποιες ἄλλες προσωπικὲς σκέψεις…

Μήπως λοιπὸν ἐπειδὴ διώξαμε καὶ «δραπετεύσαμε» τὸν Χριστὸ πρῶτα πρῶτα μέσα ἀπὸ τὶς καρδιές μας, ἔφυγε ἀκολούθως (καὶ μᾶλλον τὸν διώξαμε ἐμεῖς) καὶ ἀπὸ τὶς γιορτές μας; Καὶ τί σόϊ Χριστούγεννα κάνουμε ἀφοῦ ἐκεῖνο ποῦ μᾶς ἐνδιαφέρει περισσότερο εἶναι τὸ πῶς νὰ βροῦμε ἕνα καλὸ γαλί, ἕνα χοιρινὸ τροφαντό, ἄντε ἴσως καὶ κανένα κοκόρι! Καὶ εἶναι ὅλα αὐτὰ Χριστούγεννα; Τὸ σῶμα θὰ τὸ ταΐσουμε, θὰ τὸ γλεντήσουμε, θὰ τὸ εὐχαριστήσουμε… Τὴν ψυχὴ ὅμως τί θὰ τὴν ταΐσουμε; Πῶς θὰ γιορτάσουμε λοιπὸν τὰ Χριστούγεννα ἐνθυμούμενοι τὴν μέρα ποῦ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὶς προαιώνιες ἁμαρτίες μας; Θὰ τὸν γιορτάσουμε τρώγοντας καὶ πίνοντας καὶ αὐτὸ εἶναι ὅλο; Μήπως χθὲς καὶ προχθὲς πάλι φαϊ καὶ μάσσα δὲν εἴχαμε;

Θὰ ἔλεγα λοιπόν, κατέληξε ὁ Θανάσης,  ὅτι ἐπειδὴ μέχρι σήμερα, ζούσαμε κάθε χρόνο τὰ κοσμικὰ Χριστούγεννα, τὰ Χριστούγεννα τῆς Παγκοσμιοποίησης, τὰ Χριστούγεννα τῶν ἀγορῶν, ὅτι ἐφέτος, ἂς ἀκολουθήσουμε αὐτὴ τὴν μιὰ καὶ μοναδικὴ εὐκαιρία ποῦ ἔστω καὶ μέσα στὶς ἐλλείψεις τῆς μᾶς ταλαιπωρεῖ, ὥστε νὰ αἰσθανθοῦμε τὰ πραγματικὰ Ὀρθόδοξα Χριστούγεννα !
Μιὰ καὶ γιὰ τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς, μ΄ ἕναν μυστηριώδη καὶ ἀκατάληπτο τρόπο ὁ  Χριστὸς γεννιέται μέσα στὶς ψυχὲς αὐτῶν ποὺ τὸν ἀγαπᾶνε… Γεννιέται  καὶ φέρνει χαρά, φέρνει εὐτυχία, φέρνει ἐλπίδα  καὶ εὐλογία, ἀνεξάρτητα ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀνθρώπινη κρίση… Κι ἀκόμη, γιὰ ὅσους τιμοῦν καὶ σέβονται αὐτὴ τὴν Μεγάλη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, γιὰ ὅσους προσέρχονται ὄχι ὡς ἐγωϊστὲς «καβάλλα πᾶν στὴν Ἐκκλησιά, καβάλα προσκυνᾶνε…», ἀλλὰ ὡς μετανοημένοι ἁμαρτωλοὶ καὶ εἰλικρινὰ Ἐξομολογημένοι καὶ πᾶνε νὰ κοινωνήσουν Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ,  τότε γὶ΄ αὐτοὺς «βρέχει χάρη» καὶ εὐλογία ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς πάνω στὶς ἁπλὲς ψυχές τους… Καὶ γίνεται αὐτὸ ἐπάνω τους ἀντιληπτό … ὅπως μᾶς ἔλεγαν καὶ οἳ παλαιοὶ ποῦ ξέρανε καὶ ζούσανε αὐτὰ τὰ μυστηριώδη γιὰ τὸν πολὺ κόσμο θέματα…
Αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἐπιπρόσθετή της οἰκονομικῆς κρίσης εὐκαιρία, ἂς τὴν δοῦμε μὲ ἄλλα μάτι ὥστε νὰ περάσουμε κάπως σὰν τὰ «Χριστούγεννα στὴν σπηλιὰ» τοῦ Φώτη Κόντογλου, ἢ καὶ τοῦ κὺρ Ἀλέξανδρου τοῦ Παπαδιαμάντη τὰ ἀνάλογα πεζογραφήματα…

Καὶ ἂς ζήσουμε τὰ φετινὰ Χριστούγεννα ἁπλά, πνευματικά, εὐλογημένα καὶ ταπεινὰ ὅπως ποτὲ ἄλλοτε ἴσως δὲν τὰ ζήσαμε…» εἶπε τελειώνοντας. Μ΄ ἔβαλε σὲ σκέψεις εἶναι ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ σοβαροφανὴς κατὰ τὰ ἄλλα θεωρία τοῦ Θανάση, ὅποτε καὶ δικαίως ἀναρωττήθηκα: «Ρὲ μπᾶς καὶ ἔχει δίκιο ὁ Θάνος;»
το είδαμε εδώ

Φώτη Κόντογλου - Χριστούγεννα στὴ σπηλιά (διήγημα)


εξαιρετικό διήγημα, απολαύστε το:

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.

Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο.
Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.

Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!

Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.

Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.

Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.
Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.

Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.

«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.

«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»

Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.

«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.

Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!

Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»

Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.

«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»

Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.

Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:

Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.

Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.

Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.

Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.

Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.

Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.

«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!

«Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.
Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:

«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.

Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:

«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.

Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.
Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».
Το είδαμε στο Ιστολόγιο ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ